Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΔΟΥΛΟΠΑΡΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ


Ήταν, με δάκρυα στα μάτια, με το φέσι στο χέρι, τρέμοντας από συγκίνηση, χαιρέτιζαν, οι χωρικοί της Κέρκυρας, την ελληνική σημαία που υψώνονταν στα ενετικά φρούρια της πόλης, ήταν απόλυτα βέβαιοι, ότι η ένωση της νήσου με το ελληνικό κράτος αυτομάτως θα συνεπήγετο και την οικονομική και κοινωνική τους απελευθέρωση από τους αρχόντους.
Οι αρχόντοι ήταν κι αυτοί επίσης βέβαιοι ότι όταν θα στερούνταν της προστασίας των ξένων λογχών, θα έχαναν τα προνόμια τους και τη λεία τους. Γι’ αυτό είχαν με λύσσα αντιδράσει στην ένωση και γι’ αυτό στάθηκαν στο πλευρό των Άγγλων και εναντίον των λαϊκών μαζών με την πέννα τους, με τον λόγο τους με το ντουφέκι τους, με τον βούρδουλα του βασανιστή, με το κλειδί του δεσμοφύλακα και με το σκοινί του δημίου.
Όλα όσα είχαν προηγηθεί της ένωσης, δικαιολογούσαν και τις ελπίδες των πρώτων και τους φόβους των δεύτερων. Ο αγώνας για την ένωση ήταν αυτός ο ίδιος ο αγώνας που από χρόνια διεξήγετο στο έδαφος της νήσου ανάμεσα στους Έλληνες δουλοπάροικους και τους ξένους τιμαριούχους που οι Ανδηγαυοί και οι Ενετοί κατακτητές είχαν επιβάλλει.
Δύσκολα μπορούμε να βρούμε στην ιστορία εθνικό κίνημα με τόσο απροκάλυπτα ταξικά κίνητρα, τόσο καθαρούς ταξικούς σκοπούς και με τόσο αυστηρή ταξική διάκριση των μετώπων. Η ένωση με το ελληνικό κράτος, ήταν για τις αγροτικές μάζες της νήσου η πραγματοποίηση της βασικής επιδίωξης της μακρόχρονης και σκληρής πάλης τους: της οριστικής κατάλύσης της μισητής βασιλείας των αρχόντων.
Άλλαξε ο Μανωλιός…
Αλλοίμονο! Δεν χρειάστηκε παρά λίγος χρόνος, ύστερα από τις γιορτές τις παράτες και τους πάντα γεμάτους υποκρισία λόγους των επισήμων για να διαψευστούν και οι ελπίδες των και οι φόβοι των αρχόντων. Οι χωρικοί τσακισμένοι και παγωμένοι από την πίκρα δεν δυσκολεύτηκαν να γνωρίσουν στο πρόσωπο των κυβερνητών του ελληνικού κράτους τους δικούς τους κόντηδες και βαρώνους δίχως μόνον τα οικόσημα και τη βελάδα. Οι άρχοντες αυτοί ακόμα πιο γρήγορα από τους χωρικούς πείστηκαν ότι εκείνο που άλλαξε με την ένωση ήταν μόνον το στέμμα στο πηλήκιο του χωροφύλακα που θα φρουρούσε αυτούς και τα προνόμια τους.
 Η στάση του ελληνικού κράτους ήταν ακριβώς το αντίθετο από ότι με τόση λαχτάρα περίμεναν απ’ αυτό οι Έλληνες δουλοπάροικοι. Αντί από την πρώτη μέρα που εγκατέστησε την εξουσία του στο νησί, να καταργήσει τα προνόμια των φεουδαρχών, να απαλλάξει τη μικροϊδιοκτησία από όλα τα ποικιλώνυμα βάρη, να μεταβιβάσει τη νομική της κυριότητα στους καλλιεργητές της, να ακυρώσει τα χρέη και να απαλλοτριώσει τα μεγάλα «ιδιόκτητα» αρχοντικά κτήματα, αυτό τάχτηκε αλληλέγγυο με τους κληρονόμους των Ανδηγαυών και Ενετών βαρώνων και έθεσε όλη του τη δύναμη στην υπηρεσία τους.
Κι ακόμα λίγο χρόνο πιο ύστερα, σε μία πολύ σκοτεινή και πολύ επονείδιστη για τη χώρα περίοδο, ενώ στη Βουλή, στον τύπο και στα καφενεία στην Αθήνα φλυαρούσαν για τη μεγάλη ιδέα και την αττική γλώσσα, στην Κέρκυρα εκείνοι που χτες βασάνιζαν, φυλάκιζαν και κρεμούσαν τους Έλληνες χωρικούς γιατί ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα, σήμερα αυτοί οι ίδιοι με τη συνοδεία του Έλληνα αυτή τη φορά χωροφύλακα και του Έλληνα δικαστικού κλητήρα και εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων, προβαίνουν σε ομαδικές εξώσεις χωρικών και σε ομαδικές κατασχέσεις, μικροϊδιοκτησιών. Έτσι επεκτάθηκαν ακόμα περισσότερο με τη βίαιη απαλλοτρίωση της μικρής ιδιοκτησίας τα «ιδιόκτητα» κτήματα των αρχόντων.
Τα συμφέροντα ήταν …ίδια
Κι όσο για εκείνους που κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι τα τέλη του 1909 υπάρχει τουλάχιστο το ελαφρυντικό ότι ενεργήσανε σύμφωνα με τα ταξικά τους συμφέροντα. Εάν οι κοτζαμπάσηδες και οι καπετανέοι που γίνανε αυλικοί, και ορισμένοι απ’ αυτούς κοτζαμπάσηδες με την αρπαγή των εθνικών γαιών, έδιναν στο αγροτικό πρόβλημα της Επτανήσου τη λύση που περίμεναν οι δουλοπάροικοι θα θέτανε σε άμεσο κίνδυνο και τα δικά τους συμφέροντα που ήταν τα ίδια με τα συμφέροντα των επτανήσιων αρχόντων.
Ότι οι δουλοπάροικοι ήταν Έλληνες ενώ οι άρχοντες ήταν ξένοι ή Έλληνες που έγιναν τιμαριούχοι για πολύ βρώμικες και πολύ ύποπτες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στον κατακτητή εις βάρος των ομοεθνών τους, αυτό δεν είχε και δεν μπορούσε να είχε καμία σημασία αφού επρόκειτο για τα υλικά τους συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα είναι που καθορίζουν τη στάση της οποιασδήποτε άρχουσας τάξης απέναντι στο οποιοδήποτε πρόβλημα. Έτσι γίνεται πάντα από τότε που υπάρχουν εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι στον πλανήτη μας. Οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση.
Αλλά όλοι οι ιστορικοί μας βεβαιώνουν ότι με το στρατιωτικό κίνημα του Ζορμπά η εξουσία μεταβιβάζεται από τα τζάκια στην αστική τάξη και στους πιο φιλελεύθερους και προοδευτικούς εκπροσώπους της. Έπρεπε να περιμένουμε μια άμεση λύση του αγροτικού προβλήματος, όχι γιατί η αστική τάξη είναι ικανή να βάζει τα συμφέροντα των άλλων τάξεων πάνω από τα δικά της. αλλά γιατί η απόδοση της γης στους καλλιεργητές της είναι σύμφωνη με τα δικά της συμφέροντα και το δικό της ιστορικό καθήκον.
Όμως η αστική τάξη, αντί με τις λαϊκές δυνάμεις που αποδέσμευσε το στρατιωτικό κίνημα, να συντρίψει τα τζάκια και να εκκαθαρίσει το πολιτικό έδαφος της χώρας από όλα τα υπολείμματα της φεουδαρχικής βαρβαρότητας, αυτή συνθηκολόγησε αμέσως με τα τζάκια και την Αυλή. Το αγροτικό ζήτημα προκαλούσε πάντα έναν παθολογικό φόβο στη φιλελεύθερη αστική τάξη και ήταν γι’ αυτήν μία διαρκής ενόχληση. Πάντα ή έβρισκε αφορμές για να αναβάλλει τη λύση του ή κατασκεύαζε νόμους που δεν λέγανε τίποτε.
Όσες φορές δόθηκε μία λύση ή ψευτολύση αυτό έγινε πάντα είτε κάτω από την απειλητική πίεση των μαζών, είτε για να νομιμοποιήσει μια κατάσταση που οι αγρότες μόνοι τους είχαν επιβάλλει. Για να διανεμηθεί ένα μέρος των τσιφλικιών του Θεσσαλικού κάμπου στους καλλιεργητές τους έπρεπε να προηγηθεί η μεγάλη εξέγερση της 6ης του Μάρτη 1910. Στην Κέρκυρα χρειάστηκαν 63 ολόκληρα χρόνια για την ένωση για να απαλλαγούν αυτά τα κτήματα που από αιώνες τα πότιζαν οι χωρικοί μας με τον ιδρώτα τους και με το αίμα τους από τα ποικιλώνυμα εδαφονομικά. τιμαριωτικά, εμφυτευτικά, αγροληπτικά κ.λ.π. βάρη και να περιέλθει επιτέλους η κυριότης στους καλλιεργητές τους. Όσο για τα αχανή «ιδιόκτητα» αρχοντικά ούτε νύξη ποτέ δεν έγινε για την απαλλοτρίωση τους.
Ούτε οι δημοκράτες, ούτε το ΚΚΕ
Η ΕΠΕΚ δεν τα περιέλαβε στο νόμο για την απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων γιατί το Σύνταγμα. έλεγε, επιτρέπει την απαλλοτρίωση των «πεφυτευμένων χώρων» μόνο «υπό περιορισμούς και προϋποθέσεις που καθιστούν αυτήν απραγματοποίητου». Αλλά αν η ΕΠΕΚ και τα συνεργαζόμενα μ’ αυτήν τότε δημοκρατικά κόμματα, θέλανε πράγματι να λύσουν αυτό το ζήτημα, αλλά τους εμπόδιζε το Σύνταγμα. γιατί δεν προχωρούσαν στη σύγκληση Συντακτικής που θα καταργούσε αυτά τα άρθρα του Συντάγματος και ακόμα ίσως μερικά άλλα;
Μια τέτοια πράξη θα έδινε στο πρόγραμμα της αλλαγής μία μαγική δύναμη που θα ξεσήκωνε στο πόδι τις λαϊκές μάζες της χώρας και θα κονιορτοποιούσε τη συναγερμική αντίδραση.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ από την ίδρυση του είχε αναγράψει στη σημαία του την δίχως αποζημίωση απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων υπέρ των ακτημόνων αγροτών, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να το πραγματοποιήσει, όταν αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων δημιουργήθηκαν οι πιο ευνοϊκές γι’ αυτό πολιτικές συνθήκες, αυτό έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣ, στην πολιτοφυλακή του και στην ΟΠΛΑ να τσακίσουν δίχως οίκτο κάθε επαναστατική πρωτοβουλία για βίαιη κατάληψη κτημάτων.
Ο Γ. Ζεύγος κομμουνιστής υπουργός στην Κυβέρνηση Παπανδρέου, όχι μόνον δεν έθεσε το ζήτημα αλλά ούτε νύξη δεν έκανε γραφτά ή προφορικά γι’ αυτό.
Μια ιστορική αποστολή
Η λύση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων, δεν εξαρτάται από την πειστικότητα της επιχειρηματολογίας των εκμεταλλευομένων, αλλά μόνον από τη σχέση των δυνάμεων. Το ζήτημα των αρχοντικών ελαιώνων της Κέρκυρας, θα λυθεί σε έναν ευνοϊκό για τις μάζες συσχετισμό των δυνάμεων είτε με την άμεση επέμβαση τους, είτε από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους τους. αλλά πάντα κάτω από την ισχυρή δική τους εξωκοινοβουλευτική πίεση.
Τότε και οι νομικές διατυπώσεις θα βρεθούν και το Σύνταγμα θα προσαρμοστεί με τα συμφέροντα και τους πόθους του λαού. Όμως δεν αρκεί μία απλώς ευνοϊκή συγκυρία. Είναι απαραίτητο, ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των ενδιαφερομένων μαζών να έχει από πριν συνείδηση του προβλήματος και των μέσων για την λύση του. Κι αυτή προ παντός είναι η ιστορική αποστολή της πρωτοπορίας και όχι η «κηδεμονία» των μαζών.
Όσο πιο καθαρά τεθούν τα ζητήματα και όσο μεγαλύτερος θα είναι ο αριθμός των εργαζομένων που θα έχει συνείδηση αυτών, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ορμή και η πίεση των μαζών και τόσο πιο ανώδυνη για την Κοινωνία η λύση τους.
Η φωνή των σκλάβων χωρικών
Ορισμένοι από τους πρώτους επτανήσιους βουλευτές προέρχονταν από τα αγροτικά στρώματα και αναμφισβήτητα υπήρξαν οι γνήσιοι φορείς των πόθων των χωρικών της νήσου.
Η Βουλή του 1865 είναι η πρώτη και ίσως και η μόνη που είχε το προνόμιο ή για άλλους το ατύχημα να παραχωρήσει το βήμα της για να ακουστεί απ’ αυτό καθαρή, ειλικρινής και βροντώδης η φωνή των σκλάβων χωρικών της Επτανήσου. Αυτοί οι επτανήσιοι βουλευτές, ανάμεσα στους οποίους προέχει η μεγάλη μορφή του Πολύχρονη Κωνσταντά θέλουν απ’ αυτό το βήμα απλά, όπως απλοί ήταν και οι ίδιοι, το ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής απολύτρωσης των χωρικών από τη φεουδαρχική δουλεία.
Επανέρχονται συνεχώς και επιμένουν και τέλος κατορθώνουν παρά τη λυσσώδη αντίδραση των κοτζαμπάσηδων και μιας Βουλής που ήταν συνηθισμένη να ακούει κούφιες, ηχηρές φράσεις και ρουσφετολογικούς καυγάδες, να ψηφιστεί ο νόμος ΣΜΔ του 1867. Με τον νόμο αυτόν καταργείται ο θεσμός των τιμαρίων. Είχε για την εποχή του αυτός ο νόμος μία αξία. αλλά ήταν όμως πολύ μακριά από το να δώσει μία οριστική λύση στο αγροτικό ζήτημα.
Το πιο επαχθές βάρος ήταν οι αγροληπτικές και εμφυτευτικές εισφορές, οι οποίες και διατηρούνταν, όπως και ο όγκος των τοκογλυφικών χρεών και των καθυστερημένων εισφορών.
Οι διηνεκείς αγροληψίες και εμφυτεύσεις ήταν σχέσεις που είχαν συναφτεί μεταξύ δύο δήθεν ελευθέρων συμβαλλομένων και γι’ αυτό έπρεπε περισσότερο «εμπεριστατωμένα» να τις μελετήσουν οι σοφοί νομικοί και οι πατέρες του έθνους.
Αγροληψία: στην ουσία εκμετάλλευση
Ο άρχοντας με τη διηνεκή αγροληψία παραχωρούσε με συμβόλαιο στον αγρολήπτη ένα αγροτικό κτήμα, χέρσο κατά κανόνα, κι αυτός ο αγρολήπτης αναλάμβανε την υποχρέωση να το καλλιεργήσει και να συνεισφέρει στον άρχοντα, ένα καθορισμένο από το συμβόλαιο μερίδιο από τα προϊόντα που θα παρήγαγε. Το δικαίωμα της συγκυριότητας στις διηνεκείς αγροληψίες υπόκειτο στον όρο της υποχρεωτικής καλλιέργειας του κτήματος και της εμπροθέσμου καταβολής του μεριδίου.
Το κτήμα μπορούσε συνεπώς να επανέλθει στον άρχοντα εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν εκπληρώνονταν οι όροι του συμβολαίου.
Η διηνεκής εμφύτευση είναι ότι περίπου και η διηνεκής αγροληψία. Παραχωρούνταν στον εμφυτευτή ένα κτήμα με την υποχρέωση να το βελτιώνει και να πληρώνει μία καθορισμένη κάθε χρόνο παροχή ή σε χρήμα ή σε είδος από τα παραγόμενα προϊόντα. Ο άρχοντας μπορούσε να ζητήσει την επανέλευση του κτήματος στην περίπτωση που ο εμφυτευτής δεν επλήρωνε σε τρία συνεχή χρόνια ή αντί να καλλιεργεί το κτήμα το εχειροτέρευε.
Είναι εντελώς φανερό ότι και οι αγροληψίες και οι εμφυτεύσεις είναι μορφές φεουδαρχικής εκμετάλλευσης. Κι ακόμα το μερίδιο από τα παραγόμενα προϊόντα που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει ο αγρολήπτης και ο εμφυτευτής στον άρχοντα ήταν πολύ μεγαλύτερο από την τιμαριωτική εισφορά που πλήρωνε ο δουλοπάροικος.
Ο πανίσχυρος άρχοντας και ο πρόσφυγας
Τα πρώτα αγροληπτικά και εμφυτευτικά συμβόλαια χρονολογούνται στην Κέρκυρα από τις αρχές του 16ου αιώνα. Είναι η εποχή του επανεποικισμού της νήσου, όταν η επιδρομή προ παντός του Μπαρμπαρόασα δεν είχε αφήσει τίποτε όρθιο πάνω στο νησί, ούτε σπίτια, ούτε δένδρα, ούτε ζώα. ούτε ανθρώπους.
Περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των κατοίκων της νήσου ή σφαγήκάνε ή πουληθήκανε στα σκλαβοπάζαρα. Το νησί ερημώθηκε και η γη έμενε ακαλλιέργητη. Κατόπιν, όταν η ναυτική και στρατιωτική ισχύς της Ενετικής Δημοκρατίας παρείχε μια ασφάλεια, το νησί εποικίστηκε εκ νέου από πρόσφυγες που κατέφευγαν εκεί απο την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι, την κρεμάλα, τη φυλακή, το παιδομάζωμα. Απ’ αυτούς τους πρόσφυγες είναι οι αγρολήπτες και οι εμφυτευτές.
Είναι λοιπόν τόσο φανερό πόσο ίσοι και ελεύθεροι ήταν οι δύο συμβαλλόμενοι, ο πανίσχυρος άρχοντας και ο κυνηγημένος από τους Τούρκους δίχως σπίτι και δίχως κανένα πόρο ζωής πρόσφυγας από την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, την Κρήτη κ.λπ. και είναι τόσο συνεπώς πολύπλοκες νομικώς οι σχέσεις μεταξύ αγροληπτών και εμφυτευτών από το ένα μέρος και αρχόντων αγροδοτών από το άλλο, ώστε δικαιολογημένα χρειάστηκαν 63 ολόκληρα χρόνια οι σοφοί νομικοί της χώρας για να αποφανθούν αν μπορούν δίχως να παραβιάσουν την ιερότητα της ιδιοκτησίας, να αποκτήσουν οι καλλιεργητές την κυριότητα στο κομμάτι της γης που επί 400 χρόνια το ποτίζανε με το αίμα τους και με τον ιδρώτα τους.
Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι έργο των χειρών αυτών των προσφύγων είναι τα εκατομμύρια των ελαιοδέντρων που σαν ένας τεράστιος πράσινος τάπητας καλύπτουν όλο το νησί από τη μία άκρη έως την άλλη. Σε ένα διάστημα από 50 χρόνια η παραγωγή του νησιού σε λάδι αυξήθηκε από 160.000 οκάδες σε 3.200.000.
63 χρόνια… νομοθεσίας
Θα περάσουν από την ψήφιση του νόμου ΣΜΔ, 45 ακόμα χρόνια, τα πιο στείρα που γνώρισε η χώρα, για να αποφασίσει η Βουλή να απασχοληθεί και πάλι με το σοβαρότερο για την εποχή του κοινωνικό ζήτημα.
Το 1912 ψηφίζεται ο νόμος ΔΝΔ. ο οποίος τροποποιούμενος με τον νόμο 423 του 1914 καταργεί: α) Δίχως αποζημίωση τα «επί των αγροτικών κτημάτων της νήσου διηνεκή βάρη συνιστάμενα σε παροχές προς την εγχώριον όιαχείρησιν της Κέρκυρας» και β) Με «αποζημίωση των εδαφοδοτών τα συνιστάμενα σε τιμαριωτικές, εμφυτευτικές, αγροληπτικές σχέσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν από την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα και αγροληπτικές σχέσεις που είχαν συναφθεί μετά την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα εφ’ όσον όμως ρητώς αναφέρεται το δικαίωμα της συγκυριότητας».
Το πρώτο μέρος αυτού του νόμου (όπου όμως πρόκειται μόνον για τιμάρια της Ορθόδοξης και Καθολικής εκκλησίας που από το 1320 είχαν περιέλθει στην κυβέρνηση του Ιονίου Κράτους, δίνει πράγματι μία οριστική λύση υπέρ των αγροτών. Το δεύτερο όμως μέρος είναι από τους νόμους εκείνους που εσκεμμένα κατασκευάζονται για να μην λένε τίποτε. Η διαδικασία και ο χρόνος των αποζημιώσεων, καθώς και το πολύ γνωστό στους συντάκτες του νόμου γεγονός, ότι στα μετά την εφαρμογή του Ιονίου Κώδικα αγροληπτικά συμβόλαια, πολύ σπάνια περιέχεται ο όρος της συγκυριότητος, στερούσαν τον νόμο από κάθε πρακτική αξία.
Θα περάσουν 15 χρόνια για να δει το φως της δημοσιότητας το Ν.Δ. του Ιουλίου 1927 «περί κυρώσεως του από 19 Σεπτεμβρίου 1926 Ν.Α.» με το οποίον «απαλλάσσονται οριστικώς από πάσης αποζημιώσεως και από οιουδήποτε βάρους (εδαφονομικού, τιμαριωτικού, εμφυτευτικού, αγροληπτικού κ.λπ.) άπαντα τα ακίνητα της νήσου Κέρκυρας περί ων ο νόμος ΔΝΔ υπέρ των δικαιούχων αγροληπτών, εδαφοληπτών και εμφυτευτών περιερχόμενα κατά κυριότητα εις τους ειρημμένους δικαιούχους ελεύθερα παντός βάρους».
Ο νόμος αυτός θεωρείται από τους συντάκτες του σταθμός στην ιστορία του αγροτικού κινήματος της Κέρκυρας. Και όμως και αυτός ο νόμος παραβιάζει απλώς ανοιχτές θύρες. Έδινε δηλαδή λύση σ’ ένα πρόβλημα που οι αγρότες το είχαν μόνοι τους λύσει. Από αρκετά χρόνια, πριν από τον Ιούλιο του 1927, οι αγρολήπτες και οι εμφυτευτές της νήσου είχαν σταματήσει να δίνουν στους άρχοντες το «μερίδιο» τους. Το Ν.Δ. του Ιουλίου 1927. το πολύ περιέβαλε απλώς με νομιμότητα αυτό το γεγονός.
Τίτλοι ιδιοκτησίας: μια φάρσα
Η νομική κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας δίχως όμως την απόδοση της γης στους καλλιεργητές της. θα ήταν μια απάτη εις βάρος των χωρικών και μια φάρσα εις βάρος της ιστορίας. Και όμως αυτό περίπου έγινε στην Κέρκυρα, όπου απέραντα σε έκταση και αριθμό ελαιοδένδρων κτήματα εξακολουθούν να παραμένουν στα χέρια των βλαστών και των κληρονόμων των παλιών τιμαριούχων. Ποια η προέλευση και ποια η νομική και ηθική αξία των τίτλων ιδιοκτησίας αυτών των τεράστιων ελαιοκτημάτων που τόσο πολύ τους σεβάστηκαν όλες οι κυβερνήσεις και όλα τα πολιτικά κόμματα της χώρας;
Κι όμως ήσαν… κρατικά
Όταν οι Ενετοί κατά την τέταρτη σταυροφορία καταλάβανε για πρώτη φορά την Κέρκυρα, παραχωρήσανε τα τιμάρια, ο θεσμός των οποίων υπήρχε από το Βυζάντιο, σε δέκα ευγενείς Ενετούς. Όμως, στα παραχωρητήρια έγγραφα σαφώς αναγράφεται ότι η κυριότης ανήκει στο Κράτος.
Όταν η νήσος πέρασε στο Δεσπότη της Ηπείρου και κατόπι στους Ανδηγαυούς, ο αριθμός των τιμαριούχων αυξήθηκε από 10 σε 24. Οι Ενετοί επανέρχονται στο νησί με πρόσκληση των ιδίων των τιμαριούχων το 1386. Αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αφήσουν τα τιμάρια στους τότε κατόχους τους, αλλά και πάλι διατηρούν για τον εαυτό τους σαν Κράτος το δικαίωμα της κυριότητας.
Οι Ενετοί μείνανε στην Κέρκυρα 411 ολόκληρα χρόνια. Σ’ όλο αυτό το μεγάλο διάστημα, οι άρχοντες δεν αποκτήσανε την κυριότητα ούτε σε μια σπιθαμή γης. Διαβάζουμε: «ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας έχουσι οι τιμαριούχοι επί των τιμαρίων… δεν επιτρέπεται εις αυτούς ούτε η δώρησις, ούτε η προίκισις, ούτε άλλος τρόπος απαλλοτριώσεως ή κατακερματήσεως μεταξύ των κληρονόμων αυτών… η επικαρπία χορηγείται μόνον εφόσον οι τιμαριούχοι εκπληρούσι τας προς το Κράτος στρατιωτικός υποχρεώσεις, αι οποίαι ρητώς υπό του Νόμου ορίζονται».
Η σημαία του Ενετικού Λέοντα κατέβηκε από τα φρούρια της Κέρκυρας, όταν τα γαλλικά στρατεύματα δυνάμει της συνθήκης του Κάμπο Φόρμιο καταλάβανε τη νήσο. Όταν δηλαδή ο Βοναπάρτης διέλυσε την τόσο πολύ γερασμένη Δημοκρατία των εμπόρων της Λιμνοθάλασσας. Οι Γάλλοι, φορείς του πνεύματος της Μεγάλης Επανάστασης, παρ’ όλο που η εξουσία είχε ήδη περάσει από τα προάστεια στους αστούς, καταργούν τα τιμάρια. Οι Ρωσσότουρκοι το 1799 τα επαναφέρουν αφού πνίξανε στο αίμα την αντίσταση των χωρικών. Οι Άγγλοι που καταλάβανε τα Εφτάνησα το 1814, τα διατηρούν.
Όμως, και στο Σύνταγμα του 1803, και στα εκτελεστικά διατάγματα της Γερουσίας το 1804, επαναλαμβάνεται ότι η κυριότης των τιμαρίων διατηρείται υπέρ του Κράτους. Σ’ όλες τις σχετικές με το ζήτημα αυτό, κυβερνητικές πράξεις από το 1800 έως το 1825 αναφέρεται ότι η κυριότης των τιμαρίων ανήκει στο Κράτος της Επτανήσου.
Μια μεταβίβαση… εις εαυτόν
Πρώτη φορά το 1825, δημοσιεύεται ο Νόμος 36 του Β’ Κοινοβουλίου που καθιστά τα τιμάρια ελεύθερα από την κυριότητα της Κυβέρνησης υπό ορισμένους όρους. Το 1827 με το Νόμο 67 παρέχεται και στους αγρότες το δικαίωμα να μετατρέπουν σε χρήμα τα εδαφονόμια κ.λπ. και να απαλλαγούν και εντελώς απ’ αυτά με χρηματική εξαγορά. Πριν όμως από οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή, ο νόμος αυτός ανατρέπεται από το Νόμο 26 του Γ’ Κοινοβουλίου, που χορηγεί μόνον στους τιμαριούχους το δικαίωμα να αποκτήσουν την κυριότητα των τιμαρίων. Κράτησε σε ισχύ ο νόμος αυτός δέκα χρόνια. Και στα δέκα αυτά χρόνια, αρκετοί τιμαριούχοι αποκτήσανε την κυριότητα των τιμαρίων, κυριολεκτικά με πενταροδεκάρες.
Το καθεστώς της αγγλικής «Προστασίας» ήταν ο χρυσός αιώνας των φεουδαρχών της Επτανήσου. Η εξουσία είχε περάσει στα δικά τους χέρια και οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της «Προστασίας» ήταν στη διάθεση τους. Και όπως γίνεται πάντα. από καταβολής κόσμου, χρησιμοποίησαν τη δύναμη τους για να αυξήσουν τα προνόμια τους και να τα κατοχυρώσουν νομικά. Ο Νόμος 26 του Γ’ Κοινοβούλιο, απλοελληνικά σημαίνει, ότι οι άρχοντες που αποτελούσαν το Γ’ Κοινοβούλιο, διορισμένοι εκεί από τους Άγγλους αποφασίζουν να μεταβιβάσουν την κυριότητα των τιμαρίων από το Κράτος, στους εαυτούς τους.
Ρωσσότουρκοι οι «ελευθερωτές»
Ο υπ’ αριθμόν 26 Νόμος του Γ’ Κοινοβουλίου, όπως και η πρώτη ληστρική επιδρομή στην ύπαιθρο, είναι γνήσια προϊόντα της κατάστασης που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη μετά την οριστική πτώση του Κορσικανού Γίγαντα.
Ορισμένοι «προοδευτικοί» όπως θέλουν να αυτοκαλούνται, διανοούμενοι, γράφοντας με την ευκαιρία της επετείου της ένωσης της Επτανήσου σχετικά με τη γαλλική κατοχή, νόμισαν υποχρέωση τους να φέρουν σε γνώση των σημερινών γενεών, απ’ όλα όσα διαδραματίστηκαν τότε, μόνον ότι τους χρειάζονταν για να δυσφημήσουν τον γαλλικό στρατό: «Ο στρατός αυτός ήταν ρακένδυτος», «τρέφονταν εις βάρος του πληθυσμού», «Κορόιδευε το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος».
Πάντα και στα πιο επικά γεγονότα της ιστορίας, όταν ψάξεις θα βρεις κηλίδες και στίγματα και βρωμιές. Όμως μόνον βαθύτατα αντιδραστικοί ή παθολογικοί τύποι, ειδικά ασχολούνται σ’ αυτές τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας για να δούνε μην φαίνεται τίποτε από τον πισινό της. Είναι αλήθεια ότι οι Γάλλοι στρατιώτες ζούσαν εις βάρος των φτωχών εφοδίων της νήσου, αλλά την ευθύνη γι’ αυτό την είχαν οι Αγγλοι που, με τον αποκλεισμό, τους είχαν στερήσει από όλες τις πηγές του ανεφοδιασμού τους.
Η ειρωνεία εις βάρος του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος ήταν βέβαια μία απρεπής πρόκληση στα θρησκευτικά αισθήματα του πληθυσμού, παρ’ όλο που οι μεσαιωνικές λιτανείες και η απάτη των θαυματουργών λειψάνων δεν μπορούσε παρά αυθόρμητα να προκαλεί την ειρωνεία και την αγανάκτηση των ελευθέρων ανθρώπων.
Οι Γάλλοι στην Κέρκυρα καταργήσανε τα τιμάρια, κάψανε σε επίσημη συμβολική τελετή στις 5 Ιουλίου 1797 το Λίμπρο Ντόρο, το μητρώο δηλαδή των ευγενών της Κέρκυρας και πράγμα που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, μεταμορφώσανε τους ταπεινούς δουλοπάροικους σε ατίθασους αντάρτες.
Απ’ αυτά τα ρακένδυτα, αλλά γεμάτα πάθος και φωτιά στρατεύματα, αντλήσανε οι χωρικοί μας τη δύναμη να προβάλλουν μια σθεναρά και ηρωική αντίσταση ενάντια στους Ρωσότουρκους όταν αυτοί επανέφεραν τον θεσμό των τιμαρίων. (Πριν από χρόνια είχε προβληθεί σε κινηματογράφους στην Αθήνα μία σοβιετική ταινία όπου ο Ουσάκωφ, ο μονόφθαλμος τσαρικός ναύαρχος, αρχηγός των Ρωσοτούρκων, παρουσιάζεται για ελευθερωτής της Κέρκυρας από τους Γάλλους).
Και φαίνεται πως η αντίσταση αυτή ήταν πολύ ισχυρή. «Οταν κατέλαβαν οι Ρωσότουρκοι την νήσο, επηκολούθησε επί μακρόν περίοδος αναρχίας». Αυτό μας πληροφορούν οι επίσημοι ιστορικοί που είναι πάντα τόσο αυστηροί στις κρίσεις τους για τους απόκληρους όταν αυτοί εξεγείρονται, όσο είναι επιεικείς για τους εκμεταλλευτές όταν αυτοί πνίγουν στο αίμα τους εξεγερμένους δούλους, δουλοπάροικους ή προλετάριους. Όταν ξανάρθαν οι Γάλλοι ξανάρχισε πάλι το ρεμπελιό.
Οι επιδρομές των αρχόντων
Όμως η «τάξη» που δεν μπόρεσαν να επιβάλλουν οι ορδές του Μοντσενίγου και Ουσάκωφ, αποκαταστάθηκε μόνον όταν η Ιερά Συμμαχία, συντρίβοντας τον Ναπολέοντα, ύψωνε το απαίσιο ανάστημα της πάνω σ’ όλη την αιμάσσουσα και ρημαγμένη Ευρώπη. Ήρθε τώρα η σειρά των αρχόντων.
Οι χωρικοί στα χρόνια του ρεμπελιού είχαν σταματήσει να πληρώνουν τους άρχοντες. Τώρα όμως που η «τάξη» επεβλήθηκε στον κόσμο, οι άρχοντες ζητάνε να πληρωθούν αμέσως και στο σύνολο τους όλα «τα καθυστερημένα». Και επειδή αυτό ήταν αδύνατο για τους αγρότες, δεν προλαβαίνουν τα δικαστήρια να εκδίδουν αποφάσεις αμέσως εκτελεστές για εξώσεις, κατασχέσεις, φυλακίσεις…
Αυτή την επιδρομή δεν θα τη βρούμε σε καμία ιστορία. Θα τη βρούμε στη μνήμη των χωρικών μας όπως τους την μετέδωσαν οι πατέρες τους, στα αρχεία των δικαστηρίων και των υποθηκοφυλακείων και στις τοπωνυμίες μέσα στα απέραντα κτήματα των αρχόντων, που εξακολουθούν να διατηρούν τα ονόματα των παληών καλλιεργητών τους. Την επιδρομή τη σταμάτησε ο επαναστατικός τυφώνας που σάρωσε και ανέσκαψε ολόκληρο το κοινωνικό έδαφος της Ευρώπης το 1848. Το ρεμπελιό ξανάρχισε.
Η εξέγερση της Κεφαλλονιάς είχε κάνει και Άγγλους και καταχθόνιους και φιλελεύθερους και ορισμένους ακόμα αρχηγούς ριζοσπάστες να παγώσουν από το φόβο τους. Παρ’ όλες τις κρεμάλες, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις που ακολούθησαν την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης το πνεύμα της ανταρσίας διατηρήθηκε ζωντανό μέχρι το 1864.
Ξέρουμε πόσο τραγικά διαψευστήκανε όλα όσα με τόση λαχτάρα περίμεναν οι χωρικοί μας από την Ένωση. Και το αποτέλεσμα: ο ενθουσιασμός εξατμίζεται, το ηθικό και η πίστη καταρρέουν. Δημιουργείται μία κατάσταση απ’ αυτές που εκπλήσσουν τους ιστορικούς, αλλά που συμβαίνει συχνά στην ιστορία: η μαχητική μάζα των χωρικών σκορπάει και γίνεται σκόνη, ο αντάρτης γίνεται ταπεινός επαίτης.
Έτσι δημιουργείται και το κλίμα για μια δεύτερη ληστρική επιδρομή. Και πάλι επειδή στα χρόνια της πάλης, της πολιτικής δραστηριότητας, του ενθουσιασμού και των ελπίδων, οι χωρικοί είχαν σταματήσει νσ πληρώνουν είχε συσσωρευτεί ένας πελώριος όγκος καθυστερημένων παροχών και χρεών. Οι άρχοντες απαιτούν την εξόφληση τους και επειδή αυτό ήταν αδύνατο μπαίνει πάλι σε κίνηση ο μηχανισμός των δικαστικών αποφάσεων, των κλητήρων, των εξώσεων, των κατασχέσεων, των προσωπικών κρατήσεων. Η διαφορά από προηγούμενα τώρα είναι ότι αυτά γίνονται εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων…
Εφιαλτικές σκηνές διαδραματίζονται στα χωριά μας, σ’ αυτά τα χωριά που φεγγοβολούσαν από χαρά και ελπίδες τις μέρες της Ένωσης. Αυτοί οι ίδιοι οι χωρικοί που με λύσσα βροντοφωνούσαν από τα μουράγια «έχουμε τα στήθη μας» όταν τα αγγλικά πυροβόλα καταστρέφανε τα φρούρια και τα οχυρά του Βίδου, πτώματα και ράκη σήμερα από την πίκρα δεν είχαν το κουράγιο ούτε να ανοίξουν το στόμα τους να διαμαρτυρηθούν…
Μόνη λύση η απαλλοτρίωση
Γι’ αυτά τα απέραντα, αλλά λογγιασμένα και από αιώνες ακαλλιέργητα αρχοντικά ελαιοκτήματα της Κέρκυρας, δεν υπάρχει άμεσα τουλάχιστον παρά μία και μόνη λύση: η δίχως αποζημίωση απαλλοτρίωση τους και η διανομή στους ακτήμονες και φτωχούς χωρικούς.
Το (χέρι), η στοργή και οι αναμφισβήτητες ικανότητες του Κερκυραίου καλλιεργητή, θα κάνουν αληθινά θαύματα. Οι σημερινοί έρημοι και λογγισμένοι αρχοντικοί ελαιώνες θα μεταμορφωθούν σε τροπικά περιβόλια…
Κι ακόμα, με τη διανομή των αρχοντικών ελαιώνων θα πολλαπλασιαστεί στην Κέρκυρα η οικόσιτος κτηνοτροφία. Σήμερα, είναι τόσο ασφυκτικά περιορισμένη η μικροίδιοκτησία, που και τα προαύλια από τα σπίτια μέσα στα χωριά, έχουν γίνει κήποι και είναι αδύνατο μια οικογένεια να έχει λίγες κότες δίχως να έχει συνεχείς προστριβές και φαγωμάρες με τους γείτονες και τους αγροφύλακες.
Όταν όμως πάρει κάθε αγροτική οικογένεια 400 – 500 συγκεντρωμένα αρχοντικά ελαιόδεντρα θα μπορέσει να φτιάξει μια αγροικία και να εχει όσες κότες, πρόβατα, αγελάδες θέλει…
Τα χωριά μας, που σήμερα είναι βυθισμένα στη φτώχεια και στην αθλιότητα, θα πάρουν ανάσα. Τα θλιβερά καραβάνια των πεινασμένων που κάθε μέρα με ένα φτωχό μπογαλάκι στο χέρι γυρνάν στα χωριά της Πελλοπονήσου ζητιανεύοντας με την τραγουδιστή τους φωνή δουλειά, όπως και τα παιδιά που παν στην Αθήνα για να θάψουν τα νιάτα τους στη βρωμερή λάντζα μιας υπόγειας ταβέρνας, θα μένουν στο παραδείσιο νησί τους και θα αξιοποιήσουν τα ευλογημένα δένδρα που οι άρχοντες είχαν αρπάξει από τους πατέρες τους.
Το θαυματουργό χέρι του κερκυραίου καλλιεργητή, θα ανοίξει για τον εαυτό του και για την κοινωνία τα αστείρευτα αυτά μεταλλεία χρυσού, που σήμερα ένας τίτλος ιδιοκτησίας που στάζει αίμα και βρωμάει μούχλα, τα κρατάει κλειστά. Η χώρα θα εξαγνιστεί από ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα της και οι βρυκόλακες του Μεσαίωνα, θα βρουν κι αυτοί την ανάπαυση τους στο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Και μια ιστορική ειρωνία…
Τα παραπάνω είναι μέρη ή περιλήψεις από μια μελέτη για το αγροτικό, που είχα γράψει στην Κέρκυρα το 1953. Τότε, είχε μια πρακτική αξία για τους ακτήμονες και φτωχούς αγρότες και για αυτούς γράφτηκε. Τώρα όμως, δεν έχει παρά ιστορική ή μουσειακή αξία. Το πρόβλημα, έχει πρακτικά λυθεί. Οι άρχοντες, μοσχοπουλάνε τα κτήματα τους για ξενοδοχεία και βίλλες, και οι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες άνδρες και γυναίκες, έχουν παρατήσει τα κτήματα τους και έχουν γίνει ξενοδοχοϋπάλληλοι, μάγειροι, γκαρσόνια, καθαρίστριες, πωλήτριες, κ.λπ.
Ό,τι έχει σχέση με την παραγωγή, χέρια και μυαλά, δεν απασχολούνται παρά για τον τουρισμό και δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο γι’ αυτόν. Οι πλούσιοι αγρότες ελαιοκτηματίες, δεν βρίσκουν χέρια για τη συλλογή του καρπού. Πέρσυ κουτσά – στραβά, βολευτήκανε με τουρίστες και τουρίστριες. Τα ελαιουργεία, συχνά σταματάνε γιατί δεν υπάρχει νερό. Η κατανάλωση του νερού από τον τουρισμό έχει φτάσει σε απίθανα ύψη. Αλλά οι τσέπες όλου του κόσμου είναι γεμάτες χιλιάρικα.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ: ΈΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ


 της ΤΖΕΜΑΣ ΔΕΣΥΛΛΑ*.
Γεράσιμος Μαρκοράς.. Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κέρκυρας, της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων.. Ο ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα. Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και πολύ μετριόφρων, μα ταυτόχρονα, διέθετε δυναμική πένα και συναρπαστικό λόγο. Η ποίησή του σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της Επτανησιακής Σχολής ειδικότερα και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του-τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς- ενώ λάτρευε τις βόλτες με την άμαξα στο Αχίλλειο και το Κανόνι.. Δεν περπατούσε και τόσο συχνά καθώς μία ενοχλητική κήλη που είχε τον ταλαιπωρούσε συχνά, εμποδίζοντάς τον να διανύει μεγάλες αποστάσεις πεζός. Η μαγευτική όμως κερκυραϊκή φύση τον γοήτευε βαθιά χωρίς ποτέ να κρύψει την αγάπη του για το καταπράσινο νησί των Φαιάκων. Το πολυπολιτισμικό σκηνικό της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμόρφωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα του Γεράσιμου Μαρκορά. Μεγάλη του αδυναμία, ασφαλώς, ήταν το ωραιότερο και τελειότερο καλλιτεχνικό είδος, η όπερα. Ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας όπου και παρακολουθούσε τις αγαπημένες του όπερες, ενώ οι συνθέτες Ξύνδας, Λιμπεράλι και Λαμπελέτ ήταν στενοί του φίλοι. Η όψη του ήρεμη και συμπαθητική. Ψηλός, παχουλός, με μία μακριά γενειάδα στο ήρεμο πρόσωπό του.. Ησυχαστήριό του, το σπίτι του στο χωριό Στρογγυλή.. Μέσα από την ποίησή του απελευθέρωνε με το δικό του τρόπο τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά του.
Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, η οικογένεια έφτασε στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Σιγά-σιγά η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, αποκτώντας παράλληλα το ορθόδοξο δόγμα. Ο πρώτος Μαρκοράς ο οποίος αναφέρεται, κατείχε το αξίωμα του ιππότη. Αναφέρονται επίσης ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, ο οποίος ήταν μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, και ασφαλώς, ο πατέρας του Γερασίμου Μαρκορά, Γεώργιος, ο οποίος υπηρετούσε το Ιόνιο Κράτος ως εισαγγελέας. Μητέρα του ήταν Μαρίνα Βλασσοπούλου, επίσης αρχοντικής γενιάς. Είχε επίσης δύο αδέλφια, το Σπύρο Μαρκορά ( οποίος ήταν ο πρωτότοκος και ζούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο) και το Στέλιο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ο οποίος υπηρετούσε από νεαρή ηλικία τις τέχνες και τα γράμματα. Η οικογένεια ήταν επίσης γραμμένη στο περίφημο Libro dOro της Κέρκυρας, διαθέτοντας οικόσημο.
Ο ίδιος ήταν τόσο ταπεινός και μετριόφρων που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του: «Όταν σας ειπώ ότι εγεννήθηκα το 1826 στην Κεφαλωνιά, όπου ο πατέρας μου έμενε σαν εισαγγελέας εφτάμιση χρόνια, ότι εμπήκα στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο σαν ήταν διευθυντής πρώτα ο Οριόλης και μετά ο Κάλβος, ότι τα 1849 επήγα με τον αδελφό μου Σπύρο στην Ιταλία για να σπουδάξω Νομικά, ότι κατόπι από δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πατρίδα μας εξ αιτίας όπου απέθανε ο πρωτότοκος αδελφός μου Στυλιανός κι ο πατέρας μου απέμεινε μόνος του, ότι έλαβα εδώ το δίπλωμα, ότι δεν άνοιξα από τότε κανένα νομικό βιβλίο, ότι έγραψα κάπου-κάπου στίχο, είναι όσα ημπορώ να σας γράψω για το άτομό μου. Δεν επιθυμώ να δημοσιέψετε ότι ελάβατε από με τέτοιες ασήμαντες πληροφορίες».
Το 1849 ο Γεράσιμος Μαρκοράς μετέβη στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας για να σπουδάσει την επιστήμη της εποχής, τη Νομική. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο είχε φοιτήσει λίγα χρόνια πριν και ο μέντοράς του Διονύσιος Σολωμός. Όλοι οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής στέλνονταν στην Ιταλία για να σπουδάσουν Νομική ή Ιατρική. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Μαρκοράς δοκίμαζε δειλά-δειλά να γράφει ορισμένους στίχους άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα ιταλικά. Είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τη γραφή του Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος ίσως λογοτέχνης της Ιταλίας. Χαμένος στους λαβύρινθους της ξένης λογοτεχνίας ο νεαρός Μαρκοράς απέκτησε την πρώτη του επαφή με τα γράμματα και την ποίηση. Επίσης, η διατήρηση των επαφών του με τους φίλους του από την Κέρκυρα δημιούργησαν μέσα του ένα κράμα σκέψεων, ιδεολογιών και εμπνεύσεων. Το πολιτικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο που διέθετε η Ιταλία τότε ήταν αρκετό για να επηρεάσει τη σκέψη και τα πολιτικά ερεθίσματα του Μαρκορά. Ο αιφνίδιος όμως θάνατος του αγαπημένου του αδελφού Στέλιου από φυματίωση στις 29 Απριλίου 1851 ανάγκασε το νεαρό Γεράσιμο να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο θάνατος του νεότατου αδερφού του τον συγκλόνισε βαθιά.. Ο Στέλιος Μαρκοράς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, ο θάνατος όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει το πρώιμο αλλά αξιόλογο έργο του. Ο Μαρκοράς θα αργήσει πολύ να ξεπεράσει το χαμό του αδελφού του. Συνέχισε τις σπουδές του στην ακμάζουσα Ιόνιο Ακαδημία, λαμβάνοντας το πτυχίο του στη Νομική (μία επιστήμη όμως την οποία ποτέ δε υπηρετήσει και δε θα αγαπήσει πραγματικά). Είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, μία εξαιρετικά σημαντική αν και κάπως παρεξηγημένη προσωπικότητα της Επτανησιακής Σχολής. Η αυστηρή όμως επιστήμη της Νομικής τον πνίγει.. Η πραγματική του αγάπη είναι η ποίηση. Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Γύρω από την πανέμορφη πλατεία, τη Σπιανάδα, υπήρχαν όλα τα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής: Η Ιόνιος Ακαδημία (το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο έκλεισε τις πύλες του αμέσως μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα), η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας), η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και στη συνέχεια η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος και πολλά άλλα πνευματικά ιδρύματα χάριζαν στην Κέρκυρα μοναδική μορφωτική αίγλη. Βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της Επτανησιακής Σχολής, της οποίας ο Μαρκοράς αποτελούσε σημαντικότατο εκπρόσωπο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποια ήταν η Επτανησιακή Σχολή και ποιο το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής.
Η Επτανησιακή Σχολή αναδύθηκε στα νησιά του Ιονίου πολύ νωρίτερα από την εποχή του Σολωμού (ο οποίος θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπός της) και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο, ως απόρροια της έλευσης κρητών προσφύγων στο νησί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669. Οι Κρήτες μετέφεραν στα Επτάνησα την αγάπη τους για την τέχνη και τα γράμματα (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την προσφορά του κρητικού θεάτρου) ενώ το πνευματικά εύφορο κλίμα της Ζακύνθου δεν άργησε να αφομοιώσει γοργά και λαίμαργα την κουλτούρα και τις ιδέες των ανθρώπων αυτών. Η Ζάκυνθος άλλωστε διέθετε ένα ομοιόμορφο αστικό στοιχείο σε αντίθεση με την αριστοκρατική Κέρκυρα. Παράλληλα, οι ξένες διαδοχικές κατακτήσεις στα Επτάνησα δημιούργησαν ένα ιδιόμορφο περιβάλλον το οποίο δε συναντάται σε καμία άλλη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Το ρεύμα αυτό δεν άργησε να μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα των Επτανήσων, την Κέρκυρα, όπου και ρίζωσε.
Οι επιρροές αυτές, σε συνδυασμό με τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Ιταλικής κουλτούρας αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης δημιούργησαν το πρώτο πνευματικό, ελληνικό κίνημα, αυτό της Επτανησιακής Σχολής. Επιπρόσθετα, η δίψα για ένωση με την Ελλάδα, η πίστη στη δημοτική γλώσσα και τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζύμωσαν την ιδεολογία και το χαρακτήρα της Επτανησιακής Σχολής. Η λαχτάρα και ακόρεστη επιθυμία για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού από τις πλάτες των Ιονίων Νήσων και η ελπίδα ότι η ένωση θα επέφερε πραγματική ελευθερία στο λαό των Επτανήσων, ωθούσαν τους εκπροσώπους της Σχολής να αποτυπώνουν μέσω της πένας τους φλογερά ποιήματα αλλά και δοκίμια. Ο λαός είχε κουραστεί πλέον από τους κατακτητές, ελπίζοντας πως η ένωση με τους ομοεθνούς τους θα ήταν η πραγματική λύτρωση για αυτούς. Τα έργα των λογοτεχνών φούντωναν τη φλόγα αυτή κάνοντας την ιδέα της ένωσης να φαντάζει κάτι το πραγματικά επαναστατικό.
Ο Μαρκοράς λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον πνευματικό οργασμό. Ήταν επόμενο λοιπόν να δεχτεί τα ερεθίσματα αυτά και να τα καλλιεργήσει περαιτέρω με μεράκι και αγάπη. Το 1852 άρχισε μετά από συμβουλή του Σολωμού τη μετάφραση της Ιλιάδας την οποία όμως εγκατέλειψε όταν είδε το έργο του Πολυλά, το οποίο αναγνώρισε ως ανώτερο. Από το 1853 και μετά ο Μαρκοράς ξεκίνησε να μεταφράζει έργα του Σίλλερ και του Όμηρου. Μέσω της μετάφρασης άλλων έργων αποκτά νέα ερεθίσματα στη λογοτεχνία τα οποία «προετοιμάζουν», θα λέγαμε, το έδαφος για την ποιητική του «έκρηξη» που θα ακολουθήσει. Ο Μαρκοράς έκρυβε ακόμα καλά το ταλέντο του… Διάβαζε πάρα πολύ ενώ ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες. Τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρουν στην επιφάνεια έναν δυναμικό χαρακτήρα τον οποίο ο Μαρκοράς δεν εξωτερίκευε συχνά.
Επηρεασμένος από τη ρευστή πολιτική σκηνή και από την καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση της περιόδου, ίδρυσε μαζί με τις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τη Φιλολογική Σχολή η οποία υποστήριζε μεταξύ άλλων, ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να απαλλαχτεί η ελληνική γλώσσα από τους ξύλινους τύπους της αρχαίας, δίνοντας ώθηση στη δημοτική ως γλώσσα του λαού. Η δύσκαμπτη και ακατανόητη από το λαό αρχαίζουσα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φρέσκια και κατανοητή από όλους δημοτική. Συνοδοιπόροι του στη Σχολή αυτή ήταν οι Ι. Πολυλάς, Ν. Μακρής, Ι. Ρινόπουλος, Κ. Μάνεσης, Ι. Κουαρτάνος και Γ. Καλοσγούρος. Η Σχολή αυτή είχε ως κέντρο της το περίφημο «Καφενείον του Ανανία» στην περιοχή της Γαρίτσας (η ακριβέστερη τοποθεσία μας είναι δυστυχώς άγνωστη). Για να υπερασπιστεί τη χρήση και καθιέρωση της δημοτικής, ο Μαρκοράς έγραψε το σατιρικό ποίημα «Απλή και καθαρεύουσα» (1872). Πίστευε ότι «Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».
Ο Μαρκοράς λοιπόν γαλουχήθηκε σ’ ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, δεχόμενος ερεθίσματα από όλες τις προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής. Αναμφισβήτητα όμως, η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από το μέντορά του Διονύσιο Σολωμό. Παρ όλα αυτά δεν του έδειξε ποτέ ούτε ένα στίχο από τα πρωτόλειά του.. Φοβόταν, προφανώς, την κριτική του καθώς ο Μαρκοράς ήταν ένας εσωστρεφής και εξαιρετικά χαμηλών τόνων νέος. Ο Σολωμός όμως είχε καταλάβει το ταλέντο του και τον νουθετούσε με προσοχή, προσπαθώντας παράλληλα να τον αποτρέψει από την παγίδα της έπαρσης και της αλαζονείας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Μαρκοράς έγραφε στίχους από μικρό παιδάκι, κάτι το οποίο ήταν απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις επαφές του πατέρα του με τις προσωπικότητες της εποχής και τις ερασιτεχνικές του απόπειρες στο χώρο της λογοτεχνίας.
Ο Γεώργιος Καλοσγούρος συνήθιζε να λέει για το νησί της Κέρκυρας και τις προσωπικότητές της: «Εκεί, έλεγες ότι στον πρώτο αυτόν σταθμόν της Ελλάδος είχαν συναχθή για να δώσουν ένα λαμπρό προεικόνισμα των ελπίδων του μέλλοντος οι εγκάρδιοι φίλοι της νεανικής ηλικίας του Γεράσιμου Μαρκορά, οι οποίοι με άγιον ενθουσιασμόν και με αφοσίωσιν και λατρείαν έπιναν, ωσάν δροσιάν, τον ήχο του αθάνατου κορυδαλού και εδυνάμωναν καθημερινώς την ψυχήν των με την λατρείαν της αληθείας, της τέχνης και της πατρίδος».
Ώσπου … τα βέλη του θεού Έρωτα χτύπησαν τον νεαρό Μαρκορά. Το 1854 παντρεύτηκε την αρχοντοπούλα Αικατερίνη Δούσμανη, κόρη του Γενικού Γραμματέα Αντωνίου Κόντε Δούσμανη. Μαζί της, απέκτησε ένα αγοράκι, τον Ευστάθιο Μαρκορά, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Προτίμησε να ασχοληθεί με την περιουσία της οικογένειας σαν κτηματίας. Ο Ευστάθιος με τη σειρά του απέκτησε δύο παιδιά, το Γεράσιμο και τη Μαρίνα και στη συνέχεια ακολούθησαν οι δισέγγονες του Γεράσιμου Μαρκορά, Ευσταθία και Αγγελική. Επιστρέφοντας στο Γεράσιμο Μαρκορά, η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Το 1870 μετά το γάμο τους η νεαρή κοπέλα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας ένα αναπλήρωτο κενό στη ζωή του ποιητή. Έκτοτε ο Μαρκοράς ούτε ξαναπαντρεύτηκε, ούτε συνδέθηκε με άλλη γυναίκα. Προτίμησε να σκεπάσει σιωπηλά τον πόνο και τη θλίψη του…
Ξαφνικά, το 1857 συνέβη κάτι τρομερό το οποίο άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Ο δάσκαλος τόσων προσωπικοτήτων, η υπέρτατη μορφή της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, άφησε την τελευταία του πνοή την 21η Φεβρουαρίου 1857. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος όλα τα Επτάνησα. Η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις συνεδριάσεις της, ενώ όλοι οι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής διοχέτευσαν τον πόνο και τη θλίψη τους σε εκπληκτικά ποιήματα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα «Η δάφνη και το αηδόνι», ο Γεράσιμος Μαρκοράς το «Πρώτο Ψυχοσάββατο», ενώ ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος ήταν και ο στενότερος φίλος του Σολωμού) συνέθεσε τη «Νεκρική Ωδή» και τον επικήδειο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μαρκοράς συνεργάστηκε με τον Πολυλά και τον Κουαρτάνο με σκοπό τη συγκέντρωση και δημοσίευση όλου του ποιητικού έργου του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον Πολυλά το 1859.
Το 1863 ο Μαρκοράς δημοσίευσε το σατιρικό ποίημα «Λέλεκας και Σπαρτσίνης», το οποίο είναι ένας διάλογος μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ (στην αγγλική γλώσσα ο «λέλεκας») και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet- Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι στην ουσία μία πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του συντηρητικού τρόπου διοίκησης των Επτανήσων. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Μαρκοράς γράφει άλλο ένα δυνατό ποίημα, το πιο γνωστό του έργο ίσως μετά τον «Όρκο» το οποίο φανέρωνε όλα τα τίμια και πατριωτικά αισθήματά του, τα «Κάστρα μας». Το επαναστατικό για την εποχή του αυτό έργο αναφέρεται στην απόφαση των ‘Άγγλων να παραχωρήσουν μεν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας όμως στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των Φρουρίων του μικρού νησιού Βίδο. Μέσα από το ποίημα αυτό ο Μαρκοράς ξεδίπλωσε όλα του τα πατριωτικά αισθήματα με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη σχετικά με την άδικη και αλλόκοτη απόφαση της κατεδάφισης. Οι κριτικές που έλαβε για το ποίημα αυτό ήταν πράγματι διθυραμβικές: «Ωραία ποιητική έμπνευσι, που αντανακλά εις τα πλάσματα της φαντασίας το άδολο αίσθημα και το ύψος των εθνικών και κοινωνικών ιδεών, τόσο λαμπρά ώστε αυτό το άσμα θα συναριθμήται με τα πολύτιμα κειμήλια της χριστιανικής ποιήσεως».
Η συντηρητική Αθήνα όμως δεν αναγνώριζε το ταλέντο και την επαναστατική γραφή των Επτανησίων ποιητών. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν για αυτούς κάτι το χθαμαλές και αδιανόητο, και το 1864 το περιοδικό φύλλο «Χρυσσαλίς» επαινούσε μεν το περιεχόμενο των ποιημάτων, θεωρούσε όμως «πτωχήν την Επτανησιακήν Διάλεκτον». Οι Επτανήσιοι ποιητές όμως δεν πτοήθηκαν στιγμή από τα σχόλια των Αθηναίων, και συνέχιζαν να υποστηρίζουν ακράδαντα τη γλώσσα και τη θεματολογία της Επτανησιακής ποίησης. Δε νοούταν άλλωστε η σύσταση και ευημερία ενός έθνους χωρίς γλωσσική ενότητα. Και η αρχαίζουσα γλώσσα σίγουρα δεν ήταν η σωστή επιλογή αν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε τη δημοτική γλώσσα. Η αρχαίζουσα απευθυνόταν σε μία μικρή μερίδα του πληθυσμού δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα γλωσσικό και συνάμα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής.
Ώσπου φτάνουμε στο 1857, χρονιά καθοριστική για το ποιητικό έργο του Μαρκορά. Συγκλονισμένος από τις εξελίξεις στην Κρήτη γράφει το καλύτερο και γνωστότερο ποίημά του: Τον περίφημο «Όρκο». Το ποίημα αναφέρεται στη θυσία και τον αγώνα των Κρητών κατά των Οθωμανών και, πιο συγκεκριμένα, στην πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη το 1866. Η υπόθεση του ποιήματος όμως, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι. Ο Μαρκοράς συγκινήθηκε αφάνταστα από την αυτοθυσία των Κρητών, βάζοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει και να περιπλανηθεί λίγο παραπέρα. Διαλέγει για ήρωες του ποιήματός του δύο ερωτευμένους νέους. Τι πιο απλό και προσιτό από δύο νέα και ερωτευμένα παιδιά; Σε συνδυασμό με το δυναμικό ιστορικό υπόβαθρο της εποχής, το ποίημα μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Η Ευδοκία, κορίτσι ορφανό από μάνα και πατέρα, βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με άλλους πρόσφυγες συμπατριώτες της και κατευθύνεται προς την Κρήτη, μετά από αναγκαστική απουσία τριών ετών. Στο μυαλό της βρίσκεται διαρκώς ο αγαπημένος της, ο Μάνθος, με τον οποίο είναι αρραβωνιασμένη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κοπέλα αναλογίζεται τη μοίρα της και βρίσκει λίγη χαρά στη σκέψη ότι θα συναντήσει επιτέλους τον καλό της. Μεσολαβεί ο χαιρετισμός των προσφύγων στον Ψηλορείτη, καθώς τον αντικρίζουν δακρυσμένοι ξανά μετά από τόσα χρόνια, και στη συνέχεια το θέμα του ποιήματος επιστρέφει στις σκέψεις της Ευδοκίας. Το καράβι φτάνει επιτέλους στα άγια και αγαπημένα χώματα των Κρητών. Η χαρά της κοπέλας όμως κρατά λίγο. Μόλις πατά το πόδι της στο νησί πληροφορείται το γεγονός του ολοκαυτώματος της Μονής του Αρκαδίου, ενώ παράλληλα μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της (ο οποίος βρισκόταν στη μονή) τώρα είναι νεκρός.. Η Ευδοκία, μην αντέχοντας να παραμείνει στο πατρικό της (το οποίο είναι ερημωμένο και πλέον της προκαλεί μόνο θλίψη και απόγνωση) πηγαίνει στα ερείπια της Μονής. Εκεί την κυριεύει ο πόνος και η οδύνη, ενώ τα λόγια της μαρτυρούν ακόμα και τώρα όρκους αιώνιας αγάπης, αφοσίωσης και έρωτα προς το Μάνθο. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε να ξεχάσει την αγάπη της για αυτόν; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα όνειρα που έκαναν μαζί πριν ο πόλεμος δηλητηριάσει την αγάπη τους; Εκείνη τη στιγμή, ο Μάνθος εμφανίζεται μπροστά της ολοζώντανος σαν λέιψανο. Η μορφή του είναι σχεδόν τρομακτική και αποκρουστική, καθώς είναι νεκρός. Της μιλά όμως τρυφερά, της ορκίζεται πως θα την αγαπά αιώνια ακόμα και αν δε βρίσκεται πια μαζί της στη ζωή και πως θα την προστατεύει όπου κι αν βρίσκεται. Εκείνη, συγκινημένη, πεθαίνει στην αγκαλιά του.. Το τραγικό ζευγάρι δε μπόρεσε να χαρεί τον έρωτά του στην επίγεια ζωή. Βρέθηκαν όμως μαζί στον Παράδεισο…
Το ποίημα αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό έργο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ο ποιητής καταθέτει μέσα από το γράψιμό του τα αγνά πατριωτικά του αισθήματα, χωρίς να μολύνεται από ψήγματα σωβινισμού ή κραυγαλέων, ακραίων θέσεων, ενώ ο τρόπος που παρουσιάζει το δυνατό έρωτα των δύο νέων είναι πράγματι συγκλονιστικός. Ο «Όρκος» τυπώθηκε το 1875 στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», για άγνωστους λόγους όμως το έργο δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο σε ελάχιστα αντίτυπα, τα οποία μοιράστηκαν σε λίγους στενούς φίλους του Μαρκορά. Το 1899 ο «Όρκος» μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου Giovanni Canna. O Canna ήταν καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασε ο Μαρκοράς), ενώ συγχρόνως συνέταξε έναν λόγο υπέρ των προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης.
Όπως αναφέραμε, το βασικό μέλημα των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής ήταν η διάδοση και επικράτηση της δημοτικής έναντι της δύσκαμπτης και σκονισμένης πλέον αρχαίζουσας. Οι «ατρόμητοι» ποιητές της Επτανησιακής Σχολής επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα λογοτεχνικό περιοδικό με στόχο την ανάδειξη των έργων της εποχής και, φυσικά, τη διάδοση της δημοτικής. Ο τίτλος του τολμηρού αυτού έργου ήταν «Εθνική Γλώσσα», το περιοδικό όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Την ομάδα συγγραφής αποτελούσαν οι: Κάρολος Μάνεσης, Στέλιος Χρυσομάλλης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Νίκος Κογεβίνας, Ανδρέας Κεφαλληνός, Λορέντσος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και φυσικά ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Επίσης, σκοπός του περιοδικού ήταν η γλωσσική και λογοτεχνική ενότητα και η προβολή των Επτανησίων λογοτεχνών. Όμως, οι καιροί για την Κέρκυρα ήταν εξαιρετικά χαλεποί για κάτι τέτοιο (βρισκόμαστε στο έτος 1884 όταν η Κέρκυρα είχε καταντήσει πλέον μία απλή ελληνική επαρχία), και η έκδοση του περιοδικού ήταν αδύνατη.
Παρ’ όλο που ο Μαρκοράς έγραφε χρόνια, η πρώτη επίσημη δουλειά του εκδόθηκε το 1890 στην Κέρκυρα με τον τίτλο «Ποιητικά Έργα». Επίσης, μετά την έκδοση των «Μικρών Ταξειδιών» συνέχισε να γράφει ποιήματα, τα οποία εκδίδονταν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια».
Το γλωσσικό ζήτημα πλέον βρισκόταν, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή του. Το θέμα της γλώσσας ταλάνιζε την Ελλάδα καθώς η κατάσταση είχε αρχίσει να παίρνει πλέον πολιτικές διαστάσεις. Η κάθε γλωσσική παράταξη υποστήριζε τις απόψεις της ένθερμα, ενώ λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν να εμφανίζονται κατά κόρον για να συμπληρώσουν το σκηνικό. Ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής ήταν ο περίφημος «Νουμάς», δημοσίευμα αμιγώς δημοτικιστικό. Διευθυντής του ιστορικού αυτού περιοδικού ήταν ο Δημήτρης Ταγκόπουλος. Με παρότρυνση του φίλου του Λορέντσου Μαβίλη, ο Γεράσιμος Μαρκοράς δέχτηκε να γίνει συνδρομητής του περιοδικού αυτού. Δε δημοσίευσε όμως ποτέ ποιήματά του στην έκδοση αυτή..
Όπως αναφέραμε, η ζωή του Γεράσιμου Μαρκορά δεν ήταν ούτε κοσμοπολίτικη ούτε κραυγαλέα. Προτίμησε να ζει διακριτικά, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του πάνω στο χαρτί. Ο πατριωτισμός του, αγνός και αληθινός, δεν παραπατά ούτε στιγμή σε παράλογο σωβινισμό. Παράλληλα, ο σεμνός του χαρακτήρας τον έκανε συμπαθή και προσιτό σε όλους. Το τελευταίο του ποίημα, τη «Βραδινή Γαλήνη», το εμπνεύστηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό δειλινό του 1911. Διάβαζε απορροφημένος τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και η μυστηριώδης και μαγευτική ηρεμία της βραδιάς τον ενέπνευσαν να γράψει το τελευταίο του ποίημα. Στις 28 Αυγούστου του 1911, ο ποιητής του «Όρκου» και τόσων άλλων ποιημάτων άφησε την τελευταία του πνοή στη νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανείς, την Κέρκυρα. Το έργο του αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής λογοτεχνίας σφραγίζοντας μία ολόκληρη εποχή…
* Φοιτήτρια Τμήματος Ιστορίας
Ιονίου Πανεπιστημίου

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΑ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΣΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΝΙΚΗ ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ-ΑΝΤΩΝΑΚΑΚΗ
Η Καλλινίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη γεννήθηκε το 1908 στο Αργοστόλι. Ήταν κόρη της Τζόγιας, το γένος Ζαφείρη – Μακρή και του φημισμένου επιπλοποιού του Αργοστολίου Γεράσιμου Δενδρινού, με καταγωγή από τα Μακρυώτικα της Πυλάρου.
Η Καλλινίκη ήταν η δεύτερη από τις πέντε συνολικά κόρες της οικογένειας, που συμπληρωνόταν από έναν γιο, τον Μπάμπη. Έζησε στα Μακρυώτικα για πολύ λίγα χρόνια (από τη γέννηση της τρίτης αδελφής της ως το 1914) και εκεί πέρασε τα τρία πρώτα χρόνια του σχολείου.
Το 1914 επέστρεψε στο Αργοστόλι και γράφτηκε στο Παρθεναγωγείο, και στη συνέχεια στο Ελληνικό Σχολείο (1916-1919), και έπειτα στο Γυμνάσιο του Αργοστολίου (1919-1923), απ' όπου αποφοίτησε με άριστα. Η «Νικούλα Δενδρινού» το Σεπτέμβριο του 1923 φεύγει για την Αθήνα όπου εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου αποφοιτά με άριστα το 1928.
Εργάστηκε ως φιλόλογος σε ιδιωτικά σχολεία στην Αθήνα (1929-1932) και σε Δημόσια σχολεία, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Το 1932 γνωρίζεται στενά με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Αντώνιο Αντωνακάκη – Αργυρόπουλο. Ο γάμος τους θα γίνει το 1938. Το 1939 παίρνει απόσπαση για το Υπουργείο Παιδείας όπου θα παραμείνει σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, υποβοηθώντας την αντιστασιακή δράση του συζύγου της.
Με την απελευθέρωση εργάζεται στο πλευρό του Ευάγγελου Παπανούτσου, ενώ το 1946 φεύγει με εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Columbia, με την ευκαιρία του διορισμού του συζύγου της στο εκεί γραφείο τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας.
Στην Αμερική θα παραμείνει από το 1946 έως το 1954 κάνοντας μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην εκπαίδευση. Το θέμα του διδακτορικού της είχε να κάνει με την διοικητική αναδιοργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, προτείνοντας πρωτοποριακές για την εποχή της μεθόδους, και ήταν η πρώτη ελληνίδα που απόκτησε ποτέ τον τίτλο του διδάκτορα σε αμερικανικό πανεπιστήμιο (Δυστυχώς η διατριβή της δεν έχει εκδοθεί ακόμη στα ελληνικά).
Το 1955 επιστρέφει στην Ελλάδα και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της νεοϊδρυθείσας Υπηρεσίας Μελετών και Συντονισμού του Υπουργείου Παιδείας, όπου θα εκπονήσει και θα εφαρμόσει πολλές μελέτες πειραματικής αναδιοργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τεχνική εκπαίδευση. Θα πρωτοστατήσει στην ίδρυση της ΣΕΛΕΤΕ, ανώτερης σχολής για την εκπαίδευση των διδασκόντων στην τεχνική εκπαίδευση (σημερινή ΑΣΠΑΙΤΕ).
Εισάγει στην Ελλάδα τον θεσμό της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών μέσω σεμιναρίων. Συμμετέχει επίσης στη νομοθετική επεξεργασία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1959, ενώ θα θέσει το θεμέλιο λίθο για την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος της ΣΕΛΕΤΕ στο Μαρούσι.
Το 1964 με την νέα μεταρρύθμιση της κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου ανατρέπεται η μεταρρύθμιση του 1959 και η Νίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη τοποθετείται στη θέση της επιθεωρήτριας σχολείων αλλοδαπής, και περιοδεύει στη Μέση Ανατολή. Το 1966 γίνεται μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και προτείνει την ίδρυση των ΚΑΤΕ (Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως), τα οποία ιδρύονται τελικά το 1976 και αποτελούν πρόδρομο των σημερινών ΤΕΙ.
Το 1970 αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας. Το 1973 πεθαίνει ο σύζυγός της από καρκίνο. Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ορίζεται Πρόεδρος του Δ.Σ. της ΣΕΛΕΤΕ, απ' όπου αποχωρεί το 1978, έχοντας επανασχεδιάσει το πρόγραμμα και βελτιώσει τις υποδομές της Σχολής. Έτσι ολοκληρώνεται η θητεία της στην εκπαίδευση.
Από το 1977 έως το 1986 διετέλεσε πρόεδρος της AEDE (Ένωσης Εκπαιδευτικών της Ευρώπης).
Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της συμμετείχε σε πολλά διεθνή επιστημονικά συνέδρια με παιδαγωγικά θέματα σε ολόκληρο τον κόσμο, συμμετείχε σε πολλές επιστημονικές επιτροπές και έδωσε πολλές διαλέξεις αλλά και ραδιοφωνικές ομιλίες για θέματα παιδείας.
Η Καλλινίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη δημοσίευσε τα ακόλουθα βιβλία:
1. Αντιφώντος Λόγοι (1939)
2. Greek education. Reorganization of the Administrative Structure (1954)
3. Ο ρόλος του σχολείου εντός της Ατλαντικής Κοινότητος (1958)
4. Μόρφωσις Διδακτικού Προσωπικού. Δια την επαγγελματικήν εκπαίδευσιν και ιδία την τεχνικήν
5. Τα βασικά προβλήματα της ελληνικής παιδείας ενόψει της εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως (1958)
6. Κλασσική και τεχνική παιδεία (1959)
7. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 (1959)
8. Η ελληνική εκπαίδευση του 1959. Προπαρασκευή τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού (1960)
9. Η εξέλιξη της ελληνικής εκπαιδεύσεως από της μεταρρυθμίσεως του 1959 (1962)
10. Η διάρθρωσις της τεχνικής εκπαιδεύσεως εις το εξωτερικόν (με προτάσεις για την Ελλάδα) (1964)
11. Πεπραγμένα (28ο Δελτίο, 1964)
12. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμισις του 1959. Επανέκδοση με νέα στοιχεία (1976)
13. Η επαγγελματική εκπαίδευση και η διδασκαλία της (1987)
14. Εισαγωγή στην επαγγελματική εκπαίδευση (1970)
15. Γενικαί Αρχαί προγράμματος τεχνικής παιδείας (παραδόσεις στη ΣΕΛΕΤΕ)
16. Ιστορική εξέλιξη της επαγγελματικής παιδείας (1970)
17. Κείμενα επιστημονικής ενημερώσεως (1987)
18. Αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος για την Παιδεία (1986)
19. Συγκριτική θεώρηση της παιδείας των χωρών της AEDE (1982)
20. Κοινοτικο-κεντρική παιδεία (1989)
21. Μνήμη του Δημοσιογράφου Αντωνίου Αντωνακάκη – Αργυρόπουλου (χ.χ.)
22. Θέσεις και Αντιθέσεις. Βιογραφία Νίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη (1993)
23. Νεανικά ποιήματα (1994)
Δημοσίευσε επίσης πολλά άρθρα σε εγκυκλοπαίδειες, περιοδικά και εφημερίδες. Ο ελληνικός και ο διεθνής τύπος έγραψαν για το έργο της, με αποκορύφωμα το μεγάλο αμερικανικό περιοδικό "Time" (10-8-1959) όπου σε άρθρο του με τίτλο «Μια θυγατέρα του Οδυσσέως» αναφέρεται στο έργο της.
Το 1992, και ενώ ήδη ήταν βαριά άρρωστη, με παραίνεση του γραμματέως του Κοργιαλενείου Ιδρύματος Κεφαλληνίας κ. Γερασίμου Ι. Σταματάτου, η Καλλινίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη, ορμώμενη από τη μεγάλη αγάπη της για την ιδιαίτερη πατρίδα της Κεφαλονιά, προχωρεί στην πώληση ενός οικοπέδου της στην Πολιτεία Αττικής, με σκοπό τη δημιουργία ενός Ιδρύματος για την χορήγηση Υποτροφιών σε μαθητές και φοιτητές άπορους μεν αλλά υψηλής βαθμολογικής επίδοσης από την Κεφαλονιά.
Πράγματι, από την πώληση του οικοπέδου ποσό 100.000.000 δραχμών συνιστά το αρχικό κεφάλαιο του «Ιδρύματος Υποτροφιών Καλλινίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη», κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης υπό την διοίκηση του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου Κεφαλληνίας.
Το Ίδρυμα Υποτροφιών Καλλινίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη συνιστάται τελικά με Προεδρικό Διάταγμα το 1993, εις μνήμην των γονέων της Ιδρύτριας και του θείου της, αρχιμανδρίτη Γερμανού Μακρή, και απονέμει για πρώτη φορά υποτροφίες κατά το Πανεπιστημιακό Έτος 1994-1995.
Δεκάδες μαθητές και φοιτητές από την Κεφαλονιά έτυχαν της ετήσιας υποτροφίας που χορηγούσε. Η δωρήτρια ανακήρυχθηκε μεγάλη ευεργέτις του Κοργιαλενείου Ιδρύματος, πλάι στους ευεργέτες Μαρίνο Κοργιαλένιο, Γεώργιο Βεργωτή και Ευάγγελο Τυπάλδο – Μπασιά.
Η χορήγηση των υποτροφιών ανεστάλη προσωρινά το 2000, λόγω εγκληματικής κατάχρησης εις βάρος των κεφαλαίων του Ιδρύματος, ωστόσο, μετά από μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες του Ιδρύματος η περιουσία του αποκαταστάθηκε και πρόσφατα ξεκίνησε και πάλι τη χορήγηση Υποτροφιών.
Η Νίκη Δενδρινού Αντωνακάκη έφυγε από τη ζωή, νικημένη από τη μακρόχρονη αρρώστια της, στις 23 Ιουνίου του 1997. Είναι συγκινητικές οι επιστολές τις οποίες αντάλλασσε με τη διοίκηση του Κοργιαλενείου Ιδρύματος και η λαχτάρα που εξέφραζε για να χορηγούνται περισσότερες και μεγαλύτερες υποτροφίες στους φοιτητές. Μια ζωή αφιερωμένη στην εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να λοξοδρομήσει στο σούρουπό της...
Ένα από τα νεανικά της ποιήματα, γραμμένο σε ηλικία 14 χρονών (το 1922) είναι χαρακτηριστικό της μεγάλης αγάπης της για τον τόπο καταγωγής της – κι ας μην ευτύχησε στα γηρατειά της να «ξαναζήσει πάλι την ωραία εξοχή» της Πυλάρου.
Πύλαρος
Aχ! Πύλαρος πατρίς μου
πότε θα ξαναϊδώ
τα ωραία θέλγητρά σου
που τόσο τα ποθώ.
Πότε θα αντικρύσω
τα υψηλά βουνά,
τ' ολόλευκα αυλάκια
και την ακρογιαλιά.
Το δροσερό σου αγέρι
που τόσο το ποθώ,
τους υψηλούς σου βράχους
και τον ευώδη ανθό.
Το γαλανό ουρανό σου
τα πράσινα δεντριά,
τ' αμπέλια, τις ελιές σου
τα ωραία σου νερά.
Αχ! πόσο περιμένω
εκείνη τη στιγμή,
όπου θα ξαναζήσω πάλι
την ωραία σου εξοχή.
(30-9-22) (από τη συλλογή της «Νεανικά Ποιήματα», Αθήνα 1994)
Τα βιογραφικά στοιχεία του κειμένου προέρχονται από την αυτοβιογραφία της Νίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη «Θέσεις και Αντιθέσεις» (Αθήνα 1993) και από το αρχείο του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου.
ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ