Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΟΙ & ΓΛΩΣΣΑΡΙ


Γεννήθηκε το 1910 σε μία μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Κεφαλλονίτες. Πολύ μικρός πρωτοταξίδεψε, όταν οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο νησί τους, αν κι η οικογένεια Καββαδία θα ζήσει ελάχιστα εκεί και τελικό της λιμάνι θα 'ναι ο Πειραιάς, στον οποίο μετοικεί το 1921, όταν ο Νίκος είναι μόλις 11 ετών. Στον Πειραιά ο ποιητής τελειώνει Δημοτικό και Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, γράφει τα πρώτα του ποιήματα.
     Το 1929 μπαίνει υπάλληλος σ' ένα ναυτικό γραφείο. Αντέχει μόνο λίγους μήνες να βλέπει τους άλλους να ταξιδεύουν. Τα καράβια κι η θάλασσα είναι το όνειρό του. Μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό, και για μερικά χρόνια συνεχίζει να φεύγει με τα φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος και αδέκαρος... Η ανέχεια τον κάνει ν' αποφασίσει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Στην αρχή σκεφτότανε να γίνει καπετάνιος, μα τα χρόνια είχαν περάσει, τα είχε φάει η λαμαρίνα και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν ο μόνος σύντομος κι αξιοπρεπής δρόμος για τα καράβια.
     Παίρνει το δίπλωμα του το 1939, αλλ' αντί να μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στην Αλβανία και κατόπιν ξέμπαρκος στην Αθήνα με τη γερμανική Κατοχή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, το 1944, ξαναμπαρκάρει, αδιάκοπα πια, ως ασυρματιστής, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, ως το Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες άντεξε μακριά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.
     Είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στην ποίησή του. Μιλάει πάντα για τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με την γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο Έρωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας τη σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είν' ορατός σε κάθε στίχο του και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους, και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.
     'Αφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά: "Μαραμπού", "Πούσι", "Τραβέρσο" ποιητικές συλλογές, "Βάρδια" μυθιστόρημα, "Του Πολέμου", "Τ' 'Αλογό Μου" & "Λι" μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με τη μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά θάνατον.


Μουσώνας

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστά να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Ειν' ένα 'φάδι αθώρητο και μου μποδά τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου 'πε μαύρος κάπος,
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα, ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα 'πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε τη κλάψα.
Τι θα 'δινα  -"Πάψε, Σεβάχ"- για να 'μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης το τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί τη καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Αντινομία

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
-Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει-.
Θαλασσοκόρη του βυθού, χίλιες οργιές,
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε τ' αλάτι.
Μα 'συ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τ' άσπρο χαλίκι.
Γυναίκα

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξτε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα μ' ώρισε στο κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε μ' ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξανάπαμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ΄είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο βιδώναν.
Ανάμεσα σ' ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχ' ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.
      
Εφτά Νάνοι Στο s/s Cyrenia

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπι τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια
και πες του κάτω από 'να δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το 'να χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο τ' απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είν' ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
-Γιε μου, που πας; -Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με το καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσας, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ' έναν αυλό με νανουρίζει.

Yara-Yara

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα 'γω σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει -μην το πεις αλλού- σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το κύμα πάρε του φιδιού και δοσ' μου ένα μαντίλι.
Εγώ, και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρ' από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, -γλώσσα της φωτιάς-, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara-Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει διάρα,
του κοριτισιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με το καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει-, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Fata Morgana

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά τ', αγιά σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
                          *
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τη Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στ' Αμανάτι
κι η τέταρτη ειν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα και τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' τη Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης τ' ασυρμάτου,
και φυλλομετρά το καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.

Πικρία

Ξέχασα 'κείνο το μικρό κορίτσι απ' το Ανόι
και τη μουλάτρα που 'ζεχνε κρασί στη Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους τη ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
το τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και τη πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό, θαλασσινό κοχύλι.

Το πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
τη πυρκαγιά π' ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου 'δώσε ο Μαγιάρος στη Κωστάντζα
και -Σε πονάει με τη νοτιά; -Όχι απ' αλλού πονάω.

Του τρατολόγου το καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε στη πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνια
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μ' ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που κόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταψιδέψαν τα νησιά στο πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο κι αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σ' αντίκρισε, γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.
                   
 Θεσσαλονίκη

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα, η πλώρη κέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα 'συ θυμάσαι τη Σμαρώ και τη Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που 'λέγαν οι Χιλιάνοι
-'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι 'Αγια Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ' αγαπούσ' ο δόκιμος κι οι δυό Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα
μα 'σένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται, σε κέντησ' η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει πάνω στο σκοινί;

Επάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογά, παραπατά λοξά.
Θυμήσου 'κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μεσ' το ρικσά.

Κάτ' από φώτα κόκκινα κοιμάτ' η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ".
Αύριο, σα τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

 Θεσσαλονίκη ΙΙ

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για το καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, τη ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που 'σπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνω
-της 'Αγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις 'δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Το παπαγάλο, μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας άκουγε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει.
Έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που μάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Παιδεία

'Φαίνανε πανί στον αργαλειό
και σε ταρσανά ξόμπλιαζανε κατάρτι
αντικρύ στο Νήρυτο και στο Δασκαλιό
για ένα κοριτσάκι από τη Σπάρτη.

Κι άρχισε μια τέτοια φασαρία,
πήρε πέντε τούμπες η Ιστορία.

Κέρδισε τη νίκη μια φοράδα
δίχως νού και δίχως γρηγοράδα-
τό 'γραψε κι ο Γέρος στην Ιλιάδα.

Φύγαμε μπατίδοι από την Τροία.
Έχω και χαρτί και μαρτυρία.
Δε θυμάμαι μόνο τη πορεία.

Σίγουρα κυβέρναγε το δοιάκι
ένας γιός τσοπάνου απ' το Θιάκι.

Είχε δαγκωνιά στο μάγουλό του
που και 'κείνη βγήκε σε καλό του.

Για τη ναυτοσύνη δάσκαλο είχα
ένα γεμιτζή από τη Δολίχα.

Τσούρμο από Καστό κι από Εχινάδες,
όλοι τους παιδιά: κλάφτε, μανάδες.

Χίπηδες λεβέντες με μαλλιά δασά,
κι ήταν οι χιτώνες μας τσαντίρια.
Μας ξεπροβοδίζαν ξένα τρεχαντήρια,
πούπουλο κρεβάτι και καλά κρασιά.

Κάπου εκεί κοντά στους Λαιστρυγόνες
αγκαστρώσαμε όλες τις γοργόνες.

(Αν τα τελευταία τα γράφω πρώτα
είναι που μπερδέψαμε τη ρότα.)

Είχες και το φόβο της τιμής σου.
Οι ανθρωποφάγοι τα σκυλιά,
πριν σε φαν', σου κάναν τη δουλειά,
για να νοστιμίσει το κορμί σου.

Σμίξαμε κοντά στην Ασκανία
με τους κατεργάρηδες του Αινεία.
Πήγαμε όλοι τσούρμο στα πορνεία.

'Κείνες οι ρουφιάνες, τ' αποσπόρια,
πήγαν και τους κάψαν τα παπόρια.

Νά κι η Ναυσικά από τσου Κορφούς
τυλιγμένη μεσ' τη σαπουνάδα.
Είχε τρεις φονιάδες αδερφούς
κάπου στο Μαντούκι, στη Σπιανάδα.

'Φαίνε, Πηνελόπη, το πανί σου,
κλώσσαγε τη τίμια αναμονή σου.

Του θεού το ασκί, του Αιόλου,
μας σκορπάει κατά διαόλου.

Την ευχή μου! Βρέστε μου, παιδιά,
κάτι να ριμάρει με παιδεία.
Θέλει και κουράγιο και καρδιά.
Όλοι μια φωνή: - Ένα... δύο...

Cambay's Water


Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχ' ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
"κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω"
ωστόσο οι κάβοι, σου σκληρύναν τη παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο μέτραγες τα μίλια,
μ' απόψε -λέω- φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που 'πες με θυμό: "Θα 'βγω άλλη μέρα"...

Τη νύχτα σου 'πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια π' όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά : "Φάλτσο η πορεία"...

Ξημέρωσε κ' ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαχαράνα του Μυδώρ δε φάνηκε όμως!...
Μ' αισχρές κουβέντες τονε πείραζ' ο λοστρόμος
και του πετούσε 'πά στα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε τ' αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

Γράμμα Στο Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ


Ξέρω 'γώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμο&υλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
εσείς τσιγάρα "Κάμελ" να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γρι&ά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, "καπνός κι αιθάλη",
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

William George Allum

Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
ένα πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι 'λεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανe στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στη κοιλιά, που χόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...

Και λέγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχεν αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή
κι εκείνη τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησε αυτός να διώξει από το νου του
τη ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά, τον είδανε τα βράδια
με βότανα στο στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου, γνώριζεν αυτός -καθώς το ξέρουμ' όλοι-
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky
μ' ένα μικρό το βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "Θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα τη κρύα να κηδευτεί.

Mal Du Depart

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σα πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικα βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιο ρωτά
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"...

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα 'ψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό τ' ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο πόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σα των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Παραλληλισμοί

Τρία πράματα στο κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.
 
Έχουνε μια παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ' όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου κι η χαρά.
        
Γράμμα Ενός Αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που 'χω 'δώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο μιλούσε-
και τ' άκουσα. Στη κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' τη κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σα πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω 'τοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: "Τον Μάρτη"...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι σκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβετ' άπειρη"!
Κι εγώ για 'να ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις σ' όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος θα 'θελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα.
Μπορεί κιόλας να σε 'καμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

Οι Προσευχές Των Ναυτικών

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στη πλώρη μια γωνιά που δε πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που 'μάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Κι οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή, "Πάτερ ημών"...
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Ένας Δόκιμος Στη Γέφυρα Εν Ώρα Κινδύνου

Στο ημερολόγιο γράψαμε: "Κυκλών και καταιγίς".
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σ' άλλα καράβια
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιά. Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, τη ψυχή στο διάλο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας ειν' άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δε μπορώ να πω
σε κάποιο, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! Είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! Έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με... Κάποτες οπού 'χα πιει πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκαμα, στ' Αλγέρι,
για μια μικρήν Αράπισσα, που χόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιο το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με... Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ' τη κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
π' όλη τη μέρα μάζευεν απ' την αισχρή δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε... -ντρέπομαι να το συλλογιστώ-,
(μα ήταν τόσο κόκκινα κι υγρά τ' ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ' ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε... τούτο το κορμί, το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...

Ένα Μαχαίρι

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικό ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από 'να γέρον έμπορο τ' αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε,  το γέρο παλαιοπώλη,
όπου 'μοιαζε με μια παλιάν ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθό πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.

-"Ετούτο το μαχαίρι 'δώ που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο μια βραδιά το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ, κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά 'χουν δει τα μάτια μου, μ' αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι' άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
ειν' ελαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτ' ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις".
-"Πόσο έχει"; -"Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις παρ' το".

Ένα στιλέτο 'χω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου
κι αφού κανέναν δε μισώ στο κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου ...

Ένας Νέγρος Θερμαστής

Ο Γουίλλυ, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν απ' τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στη κάμαρά μου 'ρχότανε, γελώντας να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στ' Αλγέρι το χασίς
και στ' 'Αντεν πως χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου λέγ' ακόμα οτ' είδ' αυτός , μια νύχτα που 'χε πιει,
πως πάνω σ' άτι κάλπαζε στη πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.
-"Σα πάμε στ' 'Αντεν", μου 'λεγε "κι εσύ θα δοκιμάσεις".

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότ' αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μεσ' το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ "Ρετζίνα", στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμέναν από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στη κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ 'το πυρετό,
πέρα στην 'Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, το καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δος του 'κει που βρίσκεται, λίγη απ' την άσπρη σκόνη.

A Bord De L' "Aspasia"

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για τη κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία,
πάντα στο deck, σε μια σαιζ-λογκ πεσμένη, κάτωχρη,
απ' τη γνωστή και θλιβερότατη αιτία.

Πάντοτ' ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα 'συ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ' ότι σου 'λεγαν πικρογέλαγες, γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε
είπες σε κάποιο, γελαστή, σε τόνο αστείου :
-"Πως μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με τη κορφή τη φλεγόμενη, του ηφαιστείου
"!

Ύστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες,
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω.

Γλωσσάρι Θαλασσινό (Καββαδίας)

Α
Αβάνες, οι: τα πούρα Αβάνας
αγάντα: ιταλ. agguanta: πιάσου γερά, κράτα /αγάντα καδένα: κράτα γερά την αλυσίδα /αγάντα: πάσσαλος πρόσδεσης του σκάφους /αγαντάρω: υπομένω, αντέχω αγκωνάρι, το: ακρογωνιαίος λίθος - στήριγμα, προστάτης
Αη-Γιώργηδες: αγγλικά νομίσματα που φέρουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου
αθάλη, η: καπνιά -ζεστή στάχτη- είδος φυτού
αϊνάς , ο: το πίσω μέρος του καραβιού
αϊπότζι, το: ιταλ. poggia: ταλάντευση/ βίρα πότζι: τραβήξτε δυνατότερα την άγκυρα
ακουρμάζομαι: αφουγκράζομαι, προσπαθώ ν' ακούσω -συμμορφώνομαι
αλάντσια, η: ιταλ. lancia: λάντζα, λέμβος, βενζινάκατος
αλάτι του Καρλσμπάντ: καθαρτικό φάρμακο που παρασκευάζεται εκεί.
αλτάνα, η: ιταλ. altana: μικρός ανθόκηπος -εξώστης, ταράτσα
άλτης, ο: φωτεινός σηματοδότης
'Αμμος, η: η έρημος
αμπαντονάρω: ιταλ. abandonare: εγκαταλείπω
αμπαριτζής, ο: τουρκ. ambar: ο επιστάτης του αμπαριού
αμφιλύκη, η: χαραυγή ή και το δείλι
ανασμίδα, η: μικρή γουρούνα
ανάστροφη, η: αλλαγή πορείας του σκάφους με την πλώρη στον άνεμο, βόλτα
ανεμοδόχος, η: κυλινδρικός σωλήνας στ' ανώτερο κατάστρωμα για καθαρισμό αέρα
ανεμολόγιο, το: 1. στη πυξίδα, το χαρτί του μπούσουλα όπου σημειώνονται τα ανεμορρόμβια και η διαίρεση σε μοίρες από Β ή Ν προς τον Απηλιώτη ή τον Ζέφυρο. 2. στους χάρτες , δύο ομόκεντροι κύκλοι τυπωμένοι σε διάφορα μέρη γιά τη χάραξη στο χάρτη αντιστοιχιών ή πορειών.
ανεμορούφουλας, ο: ανεμοστρόβιλος
ανιζέτα, η: γαλλ. anisette: λικέρ, απόσταξης αλκοόλης, με μάραθο, κορίανδρο και προσθήκη σιροπιού ζάχαρης
αντέννα, η: ιταλ. antenna: κεραία
αντιστοιχία, η: αναγωγή πλεύσης, σύνολο μαθηματικών διορθώσεων πορείας πλοίου με βοήθεια χάρτη και πυξίδας.
απελάτης, ο: φύλακας των συνόρων /ζωοκλέφτης /πειρατής
απίκου: ιταλ. a picco: καθέτως, η θέση της άγκυρας όταν πρόκειται ν' αποσπασθεί από το βυθό/ είμαι απίκο : είμαι έτοιμος γι' αναχώρηση αλλά και προσαρτημένος
αποκρισάτορας, ο: μαντατοφόρος
αποσπόρι, το: στερνοπαίδι
αράκ, το: είδος ρακής των αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου
Αρμίδα, η: αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1903
άρμπουρο, το: ιταλ. albero: ο ιστός, το κατάρτι του πλοίου
αρόδο, το: ιταλ. a rota: πλοίο που βρίσκεται μακριά από την ακτή και σε αναμονή γιά αναχώρηση
ασένιο, το: ιταλ. a segno: έτοιμο στη θέση του -ταξη, ευπρέπεια
αστρίτης, ο: το φίδι αμμοδύτης
αστρολάβος, ο: κυκλικός χάρτης αστέρων που μπορεί να περιστρέφεται, ώστε να υπολογίζει κανείς τις θέσεις ήλιου κι άστρων σε οποιαδήποτε ώρα της μέρας ολοκλήρου του χρόνου.
άστρο της Ανατολής: η Πούλια, η Αφροδίτη
άστρο της τραμουντάνας: ο πολικός αστέρας
άστρο του Αλμποράν: φάρος στο ΝΔ άκρο της νήσου Αλμποράν, Ανατολικά του Γιβραλτάρ, που ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία του Ομήρου
άστρο του Βορρά: ο πολικός αστέρας
αυλός, ο: σιδηροσωλήνας των ατμολεβήτων σε σχήμα αυλού -σιδερένια ή χαλύβδινα όπλα εκτόξευσης των ''αστέρων'' κατά τις νυχτερινές σημάνσεις
αχταρμάς, ο: τουρκ. aktarmah: η μεταβίβαση από πλοίο σε πλοίο επιβατών κι εμπορευμάτων, το τρανσπόρτο, το τράνζιτο

Β

βάρδα: βεν. vardar: παραμέρισε!
βάρδια, η : βεν. vardia: σκοπιά, φρουρά / ο λοστρόμος της βάρδιας : ο ναύκληρος
βαρδιόλα, η: ιταλ. guardiola: σκοπιά από συραμμένο πανί ή ξυλοκατασκευή για προφύλαξη από τις κακές καιρικές συνθήκες -τα φτερά στα πλαϊνά της γέφυρας -σκοπιά στο κατάρτι για παρατήρηση ορίζοντα
βατσιμάνης, ο : αγγλ. watchman: αυτός που επιτηρεί, που κάνει βάρδια
βελόνι, το : 1. βελονοειδής μαγνήτης της πυξίδας 2. κεραία γερανού, μπίγα 3. σύνδεσμοι πηδαλίου με το ποδόστρωμα
βερίνα, η: γαλλ. verine: κόμπος, στρίψιμο των σκοινιών, νήματα, καλώδια
βήσσαλο, το: λατιν. bessalis: το τούβλο
βιβάρι, το: λατιν. vivarium: ιχθυοτροφείο, ψαρολίμνη, αμπάρι
βιδάνια, τα: ιταλ. oguadagn: υπόλοιπα ποτών που νόθευανε ταβερνιάρηδες το ποτό
βίντσι, το: αγγλ. winch: σκοινί, αλυσίδα, βαρούλκο, γερανός
βιράρω: ιταλ. virare: στρέφω το βαρούλκο για να σηκώσω την άγκυρα, φεύγω
βόρτα, η: ιταλ. volta: φορά, στροφή, ανάπρωρη αλλαγή πορείας ιστιοφόρου, περιφορά του σκοινιού γύρω από άλλο σκοινί ή άλλο αντικείμενο
βοστιλίδι, το: κόκκινο δυνατό κεφαλλονίτικο κρασί
βουρλίζομαι: ιταλ. burlare: λυσσομανώ, ερεθίζομαι, ζαλίζομαι
βουτσί, το: βυτίο, βαρέλι
βρεχάμενα, τα: τα ύφαλα, μέρη του πλοίου κάτω από την ίσαλο γραμμή

Γ
γαζέττα, η: ιταλ. gazzetta: η εφημερίδα
γαζί, το: αραβ. kazy=μεταξωτός: γάζωμα, μτφ. κοροϊδεύω
γαλέτα, η: βεν. galeta: ξύλινος δίσκος στη κορφή των καταρτιών και του ιστού της σημαίας, το επίμηλο της ηλακάτης του ιστού, είδος παξιμαδιού, είδος πλοίου.
γάσα, η: ιταλ. gassa: ναυτικός κόμπος , κομποθηλειά με την οποία γίνεται η πρόσθεση ή η σύνδεση μ' άλλο σκοινί ή κεραία
γεμιτζής, ο: τουρκ. yemici: ο παληός ναύτης, ο θαλασσόλυκος - ειρωνικά ο αθαλάσσωτος που κομπορρημονεί
γεύω: κάνω κάποιον να γευτεί, του κάνω το τραπέζι
γιατάκι, το: τουρκ. yatak: κλίνη, τόπος διαμονής, κατάλυμα
γιερνέ: όρος ναυτικός που σημαίνει ''μόνιμα'', ''σταθερά''.
γιούσερ, το: γιούσουρι, μαύρο σκληρό κοράλι
γκριζόλα, η: μαλτ. gisiola: πυξιδοθήκη, καπάκι που σκεπάζει τη νύχτα τη πυξίδα γιά να μη βγαίνει το φως και εμποδίζει την ορατότητα.
γκρός: αγγλ. gross: διεθνής όρος με τον οποίο εκφράζεται ο κυβισμός όλων των κλειστών χώρων των εμπορικών πλοίων.1 γκρος= 2,8317 μ³ .
γκρος μπώνκερ: αγγλ. gross bunker: μέρος του πλοίου που φυλάσσεται κάρβουνο ή υγρά καύσιμα, αμπάρι κοντά στα καζάνια
γλίνα, η: λίπος, βρωμιά- μτφ. γλοιώδης άνθρωπος
γραδάρω: ιταλ. graduare: μετρώ, βρίσκω την πυκνότητα του υγρού με γράδο
γραδελάδες, οι: ιταλ. gradeladi: ξύλινες ή σκαλωσιές στο λεβητοστάσιο.
γράδο, το: πυκνόμετρο
γραμματικός, ο: υποπλοίαρχος, ενίοτε κι ο λογιστής
γρύλος, ο: τανυστήρας, τεντωτήρας
γύρα, η: χαλκάς, κολλάρο
γύφτος, ο: ο ναύτης της μηχανής

Δ
δέκτης, ο: συσκευή που εγγράφει τα εκπεμπόμενα σήματα
δελέγκου: βεν. dilogo: αμέσως, ευθύς, επιτόπου
δεσπέτζα, η: βεν. despensa: σκευοθήκη, αποθήκη φύλαξης τροφίμων για διανομή
δέστρα, η: σιδερένιο κολωνάκι που δένουν τους κάβους
διάκι, το: τιμόνι ή δοιάκι
διοσκορίνη, η: πολύ δηλητηριώδες αλκαλοειδές από την διοσκορέα
διπλαρώνω: φέρνω το σκάφος δίπλα σε άλλο, πλευρίζω
δρόμος, ο: λαθρέμπορος, κοντραμπατζής

Ε
εξάντας, ο: όργανο γωνιομετρικό που προσδιορίζει με αστρονομικές παρατηρήσεις τις γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης που βρίσκεται το πλοίο κατα τον πλού. Τ' όνομά του οφείλεται στο γεγονός ότι διαθέτει βαθμολογική κλίμακα που εκπροσωπεί το 1/6 του κύκλου.
Εωσφόρος, ο: άλλο όνομα του πλανήτη Αφροδίτη

Ζ
ζαβώνω: στραβώνω, μτφ. αποβλακώνω

Ι
ιβιλάι, το: αγγλ. heaving line :λεπτό σκοινί, τράβηγμα του σκοινιού
ιππάριο, το: μικρή βοηθητική μηχανή που κινεί αντλία
ιστός, ο: το κατάρτι της πλώρης

Κ
καβατζάρω: βεν. cavetzar: παρακάμπτω ακρωτήρι
καβίλια, η: ιταλ. caviglia: σκοινί με οξύ άκρο για να περνά εύκολα από τους τροχίλους -καθεμιά από τις ακτίνες της ρόδας του πηδαλίου -ατσάλινο εργαλείο για ν' ανοίγουν τα έμβολα των σκοινιών και να φτιάχνουν γάσες (βλ.λ)
κάβος, ο: ιταλ. cavo: αποκρημνο ακρωτήρι - χοντρό σκοινί / παίρνω κάβο : καταλαβαίνω
καθετή, η: αλιευτικό εργαλείο, απο συνηθισμένο νήμα με αγκίστρι στην άκρη, κι ένα μικρό βάρος που συντελεί στην καταβύθιση του άγκιστρου
καλάδα, η: βεν. calada: βύθισμα αλιευτικών διχτυών.
καλαμίδα, η: το ψαραδικο καλάμι
καλάρω: ιταλ. calare: μαζεύω πανιά, κάνω νερά, αφήνω, ρίχνω δίχτυα
καλατζής, ο: τουρκ. kalayci: γανωτής, κασιτερωτής χαλκωμάτων.
καλαφατίζω: ιταλ. calafatare: πισσαρω τα κενά - βατεύω,
καμπανιές, οι: χτυπήματα της καμπάνας της γέφυρας ή του μηχανοστασίου γιά τις αλλαγές της ώρας.
καμπούνι, το: υπόστεγο της πλώρης για τη στέγαση των ανδρών του πληρώματος σε κακοκαιρία, καμπίνα, αποθήκη στη πλώρη.
καναλέτο, το: ιταλ. canaletto: αυλάκι, ρυάκι, θαλάσσια δίοδος, μικρό κανάλι
κανοκιάλι, το: ιταλ. cannocchiale: όργανο γιά την παρακολούθηση αντικειμένων από πολύ μακρυά
καντηλίτσα, η: βεν . candelizza: 1. συσκευή που αναρτάται στα πλευρά του πλοίου και στην οποία στέκεται ο εργάτης που επισκευάζει ή χρωματίζει το πλοίο. 2. η καντηλίτσα του φλώκου : η υπέρα του ατέρμονος 3. Κόμπος επιδέξιος χρησιμοποιούμενος γιά την ανύψωση ανθρώπου στα ξάρτια.
καντίνι, το: ιταλ. cantino:η οξύτερη χορδή των εγχόρδων οργάνων, μτφ. στην εντέλεια, κομψός.
καπελώνω: ιταλ. cappello: βάζω τους κάβους (βλ.λ.) στις δέστρες
κάπος, ο: ιταλ. capo: αρχηγός -της τετραωρίας- μέρος ξηράς που αναδύεται από τη θάλασσα.
καραβέλα, η: Είδος πλοίου
καραβοφάναρο, το: πλοίο που χρησιμεύει ως πλωτός φανός, φαρόπλοιο, αγκυροβολημένο κοντά σ' επικίνδυνα σημεία, υφάλους κλπ
καραμοσάλι, το: εκ του τούρκου ναυάρχου του 14ου αι. Καρά Μουσέλ: βαρύ αντικείμενο ποντισμένο με πλωτήρα στην επιφάνεια γιά την ευχερή αγκυρόδεση του εφολκίου -είδος ιστιοφόρου που χρησιμοποιούσαν το 1821- ο σύνδεσμος των αγκυρών, ο αμφιδέτης.
καραντί, το: σκαμπανέβασμα του καραβιού εξαιτίας θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά τη παύση του ανέμου, φουσκοθαλασσιά, καραντίνα, εγγύηση.
καρέ, το: γαλλ. carre: ο μεσόδεσμος, τετράγωνο διαμέρισμα του πλοίου που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο.
κάρτα, η: ιταλ. carta: καθένας από τους 32 ανεμόκομβους ανεμολογίου
καρτίνι, το: ιταλ. quartino: 1/4 του ρόμβου στις διαιρέσεις των παλαιών ανεμολογίων
κάρτο, το, και κουάρτο, το: ιταλ. quarto: 1/4, ένα τέταρτο.
κάσσαρο, το: ιταλ. cassero: το επίστεγο πάνω στην πρύμνη, υπερυψωμένη γέφυρα ή πλώρη -ειδικό διαμέρισμα που χρησιμοποιείται για καπνιστήριο από τους επιβάτες της Α' θέσης- πύργος φρουρίου
κατραμόκωλος, ο: ναύτης της κουβέρτας
κιαλάρω: ιταλ. chiale: κοιτώ με κυάλι, παρατηρώ μ' ενδιαφέρον
κλειδιά, τα: κυρτά σιδερένια κομμάτια με παχύτερα άκρα και διάτρητα ώστε να περνά γόμφος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους οι κρίκοι αλυσίδας
κοκκινόκωλος, ο: ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά, είδος πιθήκου, πουλί φοινίκουρος
κοκό, το: η κοκαϊνη
κόντρα, τα: ιταλ. contra: ρυθμιστικοί κι ασφαλιστικοί κοχλίες
κόντρα γέφυρα, η:σημείο πάνω από τη γέφυρα που 'ν' η πυξίδα και το τιμόνι
κοντραστάρω: ιταλ. contrastare: πάω αντίθετα -πάω εγγύτερα στον άνεμο
κοράκι, το: η μύτη του βαποριού
κοστάρω: ιταλ. accostare εκ του costa=ακτή: πιάνω στεριά, πλησίασμα ακτής.
κοτσάρω: ιταλ. cozzare: συνδέω, προσαρτώ, πλευρίζω, περνώ αγκίστρι σε κρίκο
κουβέρτα, η: βεν. coverta:το κατάστρωμα
κουβούσι, το : τουρκ. kovus: υπερυψωμένο παραπέτο αμπαριού, αίθουσα, χώρος ύπνου
κουίνα, η: αγγλ. queen: έκφραση των ναυτικών για ομοφυλόφιλους λιμανιών
κουπαστή, η: το ανώτατο χείλος των τοιχωμάτων του πλοίου -χειρολαβή
κρένι, το: γαλ. crane: γερανός περιστρεφόμενος, περιστροφικό βίντσι
κρουζέτο, το: βεν. croseta: το δίζυγο του μεγάλου επιστηλίου -λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για να φεύγουν τα νερά

Λ
λαμαρίνα, η: βεν. lamarin: λεπτό μεταλλικό έλασμα -αρρώστεια που προσβάλλει και τρελαίνει τις γάτες στα φορτηγά πλοία
λαμπόγυαλο, το: η παιδεραστία
λάντζα, η: βεν. lanza: μαστέλο, ξύλινο δοχείο καθαρισμού των σκευών, λέμβος
λίνια, η: ιταλ. linea: η γραμμή Ισημερινού, κατ' επέκταση και του τροπικού
λοστρόμος, ο: ιταλ. nostromo: ο πρώτος υπαξιωματικός του πληρώματος, ο ναύκληρος των εμπορικών πλοίων

Μ
μαγκάρω: βεν. mancar: κοπάζω, σταματώ, αποτυγχάνω, σφάλλω
μαϊνάρω: ιταλ. mainare: υποστέλλω, κατεβάζω τα πανιά
μακαράς, ο: τουρκ. makara: τροχαλία, καρούλι που σηκώνει τις πόρτες
μαλαφράντζα, η: ιταλ. mal di Francia: η γαλλική αρρώστεια, η σύφιλη
μανούβρα, η: βεν. manovra: χειρισμός διεύθυνσης σκάφους
μαρέα, η: ιταλ. marea: παλίρροια
μαρκόνης, ο: ασυρματιστής (εκ του εφευρέτη του ασυρμάτου )
μάσκα, η: λατ. masca: η παρειά της πλώρης
ματίζω: ενώνω, μπαλώνω
ματικάπι, το: τουρκ. matkap: τρυπάνι
ματσακόνι, το: ιταλ. mazza: σφυρί που βγάζουν χρώμα ή σκουριά από τις λαμαρίνες
μαύρη μπάλα: υψώνεται στον πρωραίο ιστό ως σημάδι αγκυροβολίας, ενώ δύο μπάλες υψωμένες στον ιστό πάνω από τη γέφυρα σημαίνουν ακυβερνησία
μαυρομάτα, η: η μαύρη μύτη της πένας, η πένα, η γραφίδα
μεσηνέζα, η: αλιευτικό νήμα (εκ της ιταλικής πόλεως Μεσσίνα)
μετζαρόλι, το: βεν. mezzaruola: φιαλίδιο μ' άμμο για το κανονισμό των ωρών των δυτών, είδος κλεψύδρας για το μέτρημα χρόνου.
μόλα ιπάντο: ιταλ. molla in bando: χαλάρωσε, αμόλα τα σκοινιά
μονιτάρως : καιρός-τώρα
μοράβια, η : ιταλ. moravia: εκλεκτή βαφή, χρώμα εξαιρετικής αντοχής που χρησιμοποιείται για βαφή υφάλων πλοίου
μοτάρι, το: εργαλείο ξυλουργού, κανόνας για σημάδεμα.
μουράγιο, το: βεν. muragia: προκυμαία
μπάγκος, ο: ιταλ. banco: ξέρα, ύφαλος
μπαλόνια, τα: βεν. balon: παραβλήματα σφαιρικά για προστασία πλαϊνών των πλοίων
μπαρκάρω: ιταλ. imbarcare: επιβιβάζομαι, φεύγω με πλοίο ως ναυτικός
μπαρκέτα, η: ιταλ. barchetta: βαρκούλα -όργανο μέτρησης ταχύτητος
μπάρκο, το: ιταλ. barco: παλιό ιστιοφόρο -το μπαρκάρισμα, το φορτίο
μπαρούμα, η: ιταλ. baroma: σκοινί που προσδένεται βάρκα σε κάποιο σταθερό σημείο στη ξηρά ή σ' άλλο σκάφος, για ρυμούλκηση
μπάσες, οι: αμπασσαδούρες, μπάσες στεριές (βλ.λ.)
μπαστούνι, το: βεν. baston: το δόρατο των ιστιοφόρων
μπατάρω: ιταλ. battere: ανατρέπομαι κι ανατρέπω, τουμπάρω -αλλάζω πέτασμα στα πανιά κατά τη βόλτα (βλ.λ.)
μπάφα, η: ιταλ. baffo: ο θηλυκός κέφαλος, απ' όπου βγαίνει το αυγοτάραχο, αλλά και το ψαρόλαδο με το οποίο περνούσαν τα σύρματα -βαριά μυρωδιά
μπίγα, η: ιταλ. biga: φορτωτήρας, γερανός
μπίντα, η: ιταλ. bitta: η δέστρα
μπουάμπης, ο: αράπης θυρωρός
μπουγάζι, το: τουρκ. bogaz: στενό μέρος θάλασσας μεταξύ δύο στενών, δίαυλος, κανάλι -η μπούκα, το στόμιο των ιχθυοτροφείων
μπουκαπόρτα, η: βεν. bucaporta: θυρίδα φόρτωσης
μπουλμές, ο: τουρκ. bolme: ξύλινο εσωτερικό χώρισμα πλοίου μη μόνιμο για ειδικές φορτώσεις
μπουνάτσα, η: βεν. bonazza: η νηνεμία, η γαλήνη: μπουνατσάρω=γαληνεύω
μπούσουλας, ο: ιταλ. bussola: η πυξίδα, ο προσανατολισμός
μπρατσόλι, το: ιταλ. bracciolo: στήριγμα σε σκάφος
μπριγκαντίνι, το: ιταλ. brigantino: είδος καϊκιού

Ν
ναύλος, ο: φορτίο πληρωμένο γιά μεταφορά -αντίτιμο φόρτωσης-μεταφοράς
νιτσεράδα, η: ιταλ. incerata: αδιάβροχο από μουσαμά
ντεκ, το: αγγλ. deck, κατάστρωμα
ντόκος, ο: αγγλ. dock: νηοδόχος, τμήμα εμπορικού λιμανιού μεταξύ του βασικού κρηπιδώματος και των προβλητών του -είδος υφάσματος, αποβάθρα, ντόκι.
ντοκουμάνης, ο: αγγ. donkeyman: αρχιθερμαστής, λοστρόμος της μηχανής
ντουανιέρης, ο: ιταλ. dogana=τελωνείο: τελωνειακός, φορτοεκφορτωτής τελωνείου ντούγα, η: ιταλ. doga: ή σιδηρά κορδέλα που συγκρατεί σανίδες βαρελιού
ντούκια, τα: βεν. ducia: σπείρες σκοινιού ή συρματόσκοινου, τυλιγμένες κουλούρες σχοινιού ή του κάβου ώστε να δείχνει σα σωρός -ύπνος
ντράγα, η: ιταλ. draga: φαγάνα, βαθυκόρος=πλωτό μηχάνημα γιά τον καθαρισμό του βυθού ή την εκβάθυνση λιμανιών

Ξ
ξαγερίζω : βγάζω στον αέρα, διαλαλώ
ξάϊ , το: λατ. exagium: ανταπόδοση, αμοιβή
ξεκαπελώνω: βγάζω τους κάβους (βλ.λ.) από τις μπίντες (βλ.λ.)  -βλ. καπελώνω
ξελιμπάρω
: ξε + ιταλ. libare: ελαφρώνω το πλοίο ξεφορτώνοντας μέρος του φορτίου σ' άλλο μικρότερο που θα μπεί στα ρηχά νερά μτφ. τελειώνω, αδειάζω, ξοφλάω
ξεμπαρκάρω: αντιθ. μπαρκάρω (βλ.λ.)
ξενερίζω: χάνω τα νερά μου, βγαίνω από την επιφάνεια της θάλασσας, αλλάζω το νερό γιά να φύγει η αρμύρα κι η πικρίλα, συνέρχομαι από μεθύσι, ουρώ
ξεραποξυλώνομαι: πέφτω ξερός σαν ξύλο -κοιμάμαι άκαμπτος- πεθαίνω
ξεστελιάζω: διαλύω, ξεμοντάρω
ξίδι (ο καιρός): δριμύς σορόκος

Ο
όκιο, το: ιταλ. occhio: τρύπα απ' όπου περνάει η αλυσίδα της άγκυρας
Ολλαντέζος, ο: ολλανδικό πλοίο
οργυιά, η: αρχ. ελ. ορέγω: αγγλική μονάδα μήκους ίση με 1,83 μ. οργιά.
ορθοπλωρίζω: βάζω πλώρη πάνω στο καιρό
όρντινο, το: διαταγή
όρτσα: ιταλ. orza: στρέψε τη πλώρη προς τον άνεμο
οχτώ-δέκα, η: βάρδια, τετραωρία

Π
παίρνω κάτω: κατεβάζω πανί ή σημαία -διοπτεύω
παλινώριο, το: όργανο που βρίσκανε παλιότερα το αζιμούθιο του ήλιου, με συνδυασμό ώρας, ηλιακής κλίσης και πλάτους, μέσο επικοινωνίας γέφυρας-μηχανοστάσιου ή μ' άλλα χαμηλά μέρη
πανιόλο, το: ισπ. panyolo: πλάτος βάρκας -μτφ. πάτος σκεύους, πάτωμα μηχανοστασίου.
παράλλαξη, η: η διαφορά ανάμεσα στη διεύθυνση του Βορρά που δείχνει η πυξίδα και στη πραγματική θέση -τρόπος ελέγχου του πλου με αναφορά σε κάποιο σημείο της ακτής
παραπέτο, το: ιταλ. parapetto: το στηθαίο της γέφυρας
παρατιμονιά, η: κακός χειρισμός του τιμονιού
πασατζέρικο, το: ιταλ. passaggio: πλοίο με σταθερό δρομολόγιο
παταράτσο, το: βεν. patarazzo: ο παράτονος, το σκοινί του μεγάλου επιστυλίου του πλοίου, μικρό παταράκι
παχτώνας, ο: τετράγωνη λέμβος χωρίς καρίνα
πεθαμένος, ο: κατώτατης ποιότητας λαθραίο που πουλιέται φθηνά, ''σκοτώνεται''
πεισματική, η: σφύριγμα πλοίου
πιλότος, ο: αγγλ. piloτ: οδηγός βαποριού, πλοηγός
πιλοτίνα, η: ιταλ. pilotina: πλοηγίς, πλοιάριο που μεταφέρει τον πιλότο στο πλοίο που πρόκειται ν' αναλάβει.
πινά, τα: ιταλ. pennone: τα εξώτατα άκρα του κέρατος του επιδρόμου
πινέλο, το: είδος σπαστής άγκυρας
πισανέλο, ο: ιταλ. pisanello, μικρό φανάρι στο πίσω μέρος της γέφυρας
πλευρικά, τα: δύο φανοί που αποτελούν μέρος των πλοϊκών φανών του πλοίου
ποδίζω: μένω προσωρινά σ' απάνεμο μέρος λόγω κακοκαιρίας -απομακρύνω τη πλώρη από την κακοκαιρία του ανέμου
ποδόσταμο, το: το κοράκι (βλ.λ.) πρύμνης, το κεντρικό ξύλο του σκαριού
πόμπα, η: ιταλ. pompa: αντλία
πορτολάνες, οι: ναυτικοί χάρτες
ποστάλι, το : ιταλ. postale : επιβατηγό ή ταχυδρομικό πλοίο
πότζι, το: ιταλ. poggia: ταλάντευση, υποστροφή του πλοίου
πούσι, το: τουρκ. pus: ομίχλη, καταχνιά
πρατιγάρω: ιταλ. pratigare: παίρνω πράτιγο, ελευθεροκοινωνώ
πριάρι, το: βάρκα που σπρώχνουν με κοντάρι
προβέτζο, το: βεν. provenza: απότομη μεταβολή ανέμου από νότιο σε δυνατό βόρειο
προβολή, η: σύστημα χαρτογραφικής παράστασης σ' επίπεδο της καμπύλης επιφανείας της Γης
προπέλα, η: αγγλ. propeller: έλικας γιά την ώθηση πλοίου
προυσαλίδικο, το: χασίς Προύσας, φημισμένο γιά την ποιότητά του, προυσαλιό
πρύμα: καλώς -άνεμος από τη πλώρη
πρύμα-πλώρα: σ' όλο το μήκος του πλοίου
πρωτόσκαρο, το: πρώτο σκαρί, η πρώτη ναυπήγηση ενός σκαριού.

Ρ
ράδα, η: ιταλ. rada: ανοικτό κι ευρύχωρο αγκυροβόλι, ανοικτός προλιμένας
ρέλι, το: αγγλ. rail: κιγκλίδωμα
ρεμούρκιο, το: βεν. remurchio: ρυμούλκημα, ρυμουλκό πλοίο -είδος σκοινιού
ρεμούσκο, το: βορειανατολικός ψυχρός άνεμος -υποψία, εικασία- ρίσκο,
ρεμπάρτα, η: ιταλ. ribalta: καταπακτή -άνοιγμα παντελονιού
ρέστα, τα: ιταλ. resto: σειρά μεταλλικών βιδών ενωμένων σε επίμηκες σχήμα
ρεστία, η: ιταλ. rastiare: παλινδρόμηση του κύματος από την ακτή, ακανόνιστος κυματισμός, αντιμάμαλο, η επόμενη, από φουρτούνα, κατάσταση θάλασσας, λίαν κυματώδης.
ρεφόρτσο, το: ιταλ. rinforzo: ενδυνάμωμα, ενίσχυση σχοινιών, σφίξιμο σφηνών τιμονιού
ρίγλα, η: λατ. regula: ο χάρακας, γραμμή χαραγμένη στο χάρτη, ο παράλληλος
ρεσάλτο, το : ιταλ. risalto: έφοδος, επίθεση πειρατών στο πλοίο -ρισάλτο-
ρολάρω: ιταλ. rollare: κάνω πότζι (βλ.λ.)
ρότα, η: ιταλ. rota: πορεία πλοίου
ρουφόλυμπες, οι: ρουφήχτρες

Σ
σαλαμάστρα, η: ιταλ. salmastra: πλέξιμο , σκοινί πλεγμένο
σάλπα, η: το σαλπάρισμα
σαλτάρω: ιταλ. saltare:πηδάω, ξεφεύγω
Σαμπάν, το: μικρό ποταμόπλοιο κινεζικών ακτών, σκεπασμένο & χρησιμοποιείται σα κατοικία
σαμπάνι, το: σκοινί που δένονται βαριά αντικείμενα γιά ανύψωση ή οι βάρκες
σάνταλο, το: φορτηγό πλοίο που μοιάζει με σκούνα
σαρανταποδαρούσα, η: μακρύ τηλεγραφικό σήμα
σημαδούρα, η: κάθε είδους όργανο σήμανσης (τσαμαδούρα-ι)
σινιάλο, το: βεν. signal: συνθηματική ειδοποίηση από πλοίο προς ναύτες στη ξηρά
σιψάντε(ς) ο: αγγλ. shipside: χώρος ανεφοδιασμού -προμηθευτής τροφίμων
σκάλα, η: ιταλ. scala: επίνειο
σκαλιέρες, οι: μικρά σκοινιά που δένονται οριζόντια στα ξάρτια σχηματίζοντας σκαλοπατάκια, μικρές σχοινένιες σκάλες.
σκανταγιάρω: ιταλ. scandagliare: βυθομετρώ, ρίχνω σκαντάγιο (=οργανο βυθομέτρησης)
σκάντζα βάρδια, η : βεν. scansa la vardia! : αλλαγή βάρδιας
σκαντζάρω: βεν. scansar: αλλάζω (φρουρούς ή πόδες πανιών )
σκάπουλος, ο: βεν. scapolo: ο ένας από τους δύο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν' αντικαταστήσει τον άλλο - αυτός που κάνει κοπάνα - ελεύθερος
σκαρμός, ο: η σταμίνα του νομέα
σκαρτάρω: ιταλ. scartare: πετάω τα άχρηστα
σκουλάρω: ιταλ. scolare: παίρνω στροφή σε ακρωτήρι -αδειάζω τα νερά της θάλασσας από τους σωλήνες και το κατάστρωμα
σπατσάρω: ιταλ. spazzare: σκουπίζω -ξεμπερδεύω- γελώ υπερβολικά
σπιράγιο, το: βεν. spiragio: φεγγίτης, αναφωτίς, φινιστρίνι
σταβέντο, το: ιταλ. sottovento: απάνεμος, πλεύση σε απάνεμη πλευρά
σταντάρδο, το: αγγλ. standard: το κοντάρι της σημαίας
στήμη, η: επιμήκη τμήματα διπλωμένου σκοινιού -το κοράκι (βλ.λ.)
στοιβαδόρος, ο: ναύτης που στοιβάζει τα εμπορεύματα των εμπορικών πλοίων
στόκολος, ο: αγγλ. stokehold: λεβητοστάσιο, θερμαστήριο
στούφα, η: μυοκτονία
στράλια, τα: ιταλ. straglio: ανάδρομοι και πρότονοι, σκοινιά που στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, αρμάτωμα άλμπουρου.
στροφές, οι: ο αριθμός των περιφορών του προωστήρα του ατμοπλοίου ανά λεπτό
στρωμάτσα, τα: ιταλ. stramazzo : παράβλημα κρεμασμένο στα πλευρά του πλοίου γιά να το προφυλάσσει από ενδεχόμενες συγκρούσεις με άλλα πλοία ή την προκυμαία
σφήνες, οι: προθέματα του τιμονιού γιά να σφίγγει όταν χαλαρώνει κατά τον πλου
σφυριξιά, η: δηλώνει δεξιά πορεία
σφυρίχτρα, η: όργανο που ειδοποιεί για τη πορεία

Τ
ταρσανάς, ο: τουρκ. tersane: ναύσταθμος, ναυπηγείο
ταρτάν, το: μπάρ στο οποίο συχνάζουν κινέζοι
τελώνια, τα: φωσφορισμοί που εμφανίζονται σε καιρό θύελλας στ' άκρα σκοινιών και κεραιών -αγερικά, στοιχειά
τεσσαροχάλι, το : μικρή άγκυρα με τέσσερις βραχίονες
τζόβενο, το: ιταλ. giovane: μούτσος, ναυτόπαις
τιμονιέρα, η: ιταλ. timoniera: η πιλοτίνα (βλ.λ.) -διαμέρισμα χαρτών στο πίσω μέρος της γέφυρας
τουρκετί, το: το πλωριό κατάρτι -τριγωνικό πανί του λοξού ιστού πλώρης
τραβέρσο, το: ιταλ. traverso: αναγκαστική πορεία σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου γιά να αποφύγει το πλοίο τα χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά
τραβέρσωμα, το: στροφή του πλοίου ώστε να στρωθεί τραβέρσο (βλ.λ.)τραμπάκουλο, το: είδος δαλματικού πλοίου με δύο πανιά, βίαιη εμπλοκή μεταξύ πλοίων.
τρικαντό, το: τρίκωχο καπέλλο των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού
τριπόντι, το: ιταλ. tre ponti: πλοίο με τρείς γέφυρες
τρισίλιο, το: δίπλοκο ή τρίπλοκο αριστερόστροφο καννάβινο σκοινί από παλιά κλώσματα
Τρίτος, ο: ο ανθυποπλοίαρχος
τρομπαμαρίνα, η: ιταλ. trombamarina: τηλεβόας γιά τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ των πλοίων σε καιρό ομίχλης
τσίμα, η: ιταλ. cima: κορυφή, άκρη
τσιφάρι, το: αραβ. ziffar: σιφόνι, αντλία
τσούρμο, το: ιταλ. ciurma: κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι -πλήρωμα πλοίου

Φ
φανάρι, το: φάρος, φανός -κόμπος που κατασκευάζεται γιά τα σφοντύλια των χειραγωγών, γιά τη συγκράτηση των σχοινένιων λαβών των κάδων
φαναριέρα, η: η φανοδόχη και το φανάρι της κόφας
Φάτα Μοργκάνα, η: βρ. μυθ. Morgan LeFay, ιταλ. Fata Morgana: η διεστραμμένη μάγισσα αδελφή του βασιληά Αρθούρου, στην ιστορία των Ιππότων της στρογγυλής τραπέζης : μτφ. αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια της θάλασσας , όταν το στρώμα του αέρα πάνω από το νερό είναι πιό ψυχρό απ' ότι στα ψηλότερα στρώματα. Ο ίδιος ο Ν. Καββαδίας λέει ''...συμβαίνει στης Σικελίας το στενό ή στη Νάπολη απ' έξω , νύχτα τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρείς γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Βαστάει ένα δύο λεπτά κι ύστερα χάνεται...'' Είναι και το "ματι του κυκλώνα" δηλαδή το σημείο εκείνο στο κέντρο ενός τέτοιου φαινομένου, όπου επικρατεί πρόσκαιρη καλοκαιρία, μέχρι το επόμενο κύμα που συνήθως είναι χειρότερο από το πρώτο!
φατούρα, η: ιταλ. fattura: ετικέττα -τιμολόγιο εμπορευμάτων
φιγούρα, η: ιταλ. figura: το ακρόπρωρο, ξόανο
Φορ πηκ, το: αγγλ. fore-peak, μικρή δεξαμενή νερού στη πλώρη
φούντο, το: λατ. fundus: o βυθός -πόντισμα, βύθισμα
φρέσκο, το: ιταλ. fresco, αγέρας
φριγκορίφικο, το : ισπ. frigorifico: πλοίο-ψυγείο
φριζερέτα, η: αγγλ. freezer: μικρό ψυγείο
φυρονεριά, η: το τράβηγμα των νερών, άμπωτη

Χ

χάβαρο, το : αχιβάδα, φαγώσιμο όστρακο -αιδοίο- μτφ. βραδύνους
χαλώ: κατεβάζω βάρκα -αγκυροβολώ μ' ανάστροφη του εργάτη ή του βιντσιού- μαϊνάρω (βλ.λ.)
χαμαλίκα, η: τουρκ. hamal (=αχθοφόρος): πάνινο επίστρωμα στην πλάτη του αχθοφόρου, μτφ. επιρ. αγγαρεία, άδικα
χαμσίνι, το: αραβ. chamsin (=πενήντα): ριπές ορμητικού βορείου ανέμου που πνέει ώρες μεταφέροντας σύννεφα σκόνης


Ψ
ψηλώνω: ανεβαίνω κατά μήκος της λίνιας (βλ.λ.)
ψωμάκια, τα: τραπουλόχαρτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου